ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Standard
Το 1986, βρισκόμουν στις ΗΠΑ και όπως κάθε χρόνο από τη στιγμή που έφυγα από την Ελλάδα, προγραμμάτιζα το καλοκαιρινό ταξίδι στη πατρίδα. Δύο συμφοιτητές μου, ένα πολύ συμπαθητικό ζευγάρι που είχα γνωρίσει σε μία από τις τάξεις μου και είχαμε αναπτύξει μία φιλική σχέση, μου είχαν πει πως αποτελούσε όνειρό τους να επισκεφτούν τη χώρα μου. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα αυτό. Είχα διαπιστώσει από νωρίς πως τα “αμερικανάκια”, όπως σχεδόν όλοι οι συμπατριώτες μου εντός και εκτός ΗΠΑ τους αποκαλούσαν, θεωρούσαν την Ελλάδα ένα μαγικό προορισμό. Γνώριζα όμως πόσο δύσκολη είναι για το νεαρό, και δη φοιτητή, Αμερικανό, η απόφαση να ταξιδέψει. Το χρήμα μπορεί να υπάρχει μεν, αλλά, όπως είχα διαπιστώσει ο ίδιος από προσωπική εμπειρία, βγαίνει πολύ δύσκολα. Όταν τους είπα πως θα χαιρόμουν να τους φιλοξενήσω, σχεδόν δάκρυσαν από τη χαρά τους.
Ο Steve και η Nancy έφτασαν στην Ελλάδα λίγο μετά από εμένα και έμειναν στο σπίτι μου στο Παλαιό Φάληρο. Τα πρόσωπα τους έλαμπαν από χαρά συνεχώς. Έβρισκαν τα πάντα όμορφα. Δεν θυμάμαι στη ζωή μου να έχω ακούσει τόσα πολλά “ευχαριστώ” από το ίδιο στόμα.         Ένα βράδυ, καθόμασταν στο μπαλκόνι με μπυρίτσα και μεζεδάκια φτιαγμένα από τα χέρια της μητέρας μου. ‘Ήταν και οι δύο ενθουσιασμένοι. Συζητούσαμε το “πρόγραμμα” των επόμενων ημερών και παρ’ όλο που εγώ δεν ήμουν ποτέ fan της Μυκόνου, θεώρησα πως θα ήθελαν να την επισκεφτούν. “Actually,” μου λέει ο Steve, “ελπίζαμε πως θα μπορούσαμε να πάμε στην Επίδαυρο και να δούμε μία παράσταση εκεί. Αποτελεί όνειρό μας κι αυτό.”                                             Όλο εκπλήξεις ήταν τα “αμερικανάκια”…                                             “Βεβαίως” απήντησα.                                                                                 Πέντε Έλληνες, η γυναίκα μου κι εγώ, δύο παιδικοί φίλοι, ο ένας από αυτούς με τη Σουηδέζα φίλη του και δύο Αμερικανοί, ξεκινήσαμε για Επίδαυρο και, αν δε με απατά η μνήμη μου, τους Βάτραχους του Αριστοφάνη.                                                                                             Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της μαγευτικής διαδρομής, θυμάμαι πως παρακάλεσα τον Steve και τη Nancy να σταματήσουν πια να με ευχαριστούν.
Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στα συναισθήματα που δημιουργεί ο χώρος του θεάτρου της Επιδαύρου. Όποιος έχει βρεθεί εκεί καταλαβαίνει.           Οι ξένοι γύρω μου ήταν όλοι συνεπαρμένοι.                                               Οι Αμερικανοί φίλοι μου είχαν μειώσει τα ευχαριστώ αλλά, χαμηλόφωνα, επαναλάμβαναν συνεχώς κάτι καινούργιο: “Δεν μπορώ να το πιστέψω… Δεν μπορώ να πιστέψω πως βρισκόμαστε εδώ!”                                       Όταν έσβησαν τα φώτα, η Nancy έπιασε το χέρι του Steve, ο οποίος γύρισε και με κοίταξε με ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης. Ομολογώ πως αισθανόμουν περήφανος. Ήταν μία μαγική, αξέχαστη στιγμή.
Η οποία, δυστυχώς, δεν κράτησε πολύ…
Ξαφνικά, εκεί στο μέσον του ιερού χώρου, εμφανίστηκαν οι ηθοποιοί με αμφίεση Αμερικανών gangsters του ’20 και κρατώντας Tommy guns και ο χορός, με αμφίεση a la Charleston, άρχισε να κινείται ακαλαίσθητα, υπό τον ήχο ανάλογης μουσικής.                                                               Ένιωσα σαν να με κλότσησαν στο στομάχι. Η περηφάνια μου μετατράπηκε σε ντροπή. Μέσα στο μυαλό μου, ο μόνος ήχος που θα μπορούσε να καλύψει τον απόλυτα παράταιρο και ανάρμοστο ήχο της συγκεκριμένης μουσικής, ήταν ο ήχος των οστών του Αριστοφάνη που έτριζαν. Η απογοήτευση είχε αποκτήσει σάρκα και οστά και ήταν παντού τριγύρω μου, καθισμένη ανάμεσα στους θεατές. Δεν είχα το θάρρος να στρέψω το βλέμμα μου προς τους Αμερικανούς φίλους μου. Προς κανένα παριστάμενο. Ήταν μία από τις πλέον προσβλητικές στιγμές που έχω βιώσει και διήρκεσε μία αιωνιότητα. Το τέλος του δράματος (με τη σύγχρονη, καθημερινή έννοια της λέξης) συνοδεύτηκε από το χλιαρό, αμήχανο χειροκρότημα μερικών. Προσωπικά, ευχήθηκα να είχα μαζί μου ντομάτες και αυγά. Αρκετά για προσωπική χρήση, αλλά και για να μοιράσω γύρω μου.                                                                       Αναχωρήσαμε όλοι μουδιασμένοι. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της επιστροφής, παραμείναμε σιωπηλοί και μόνο τα ξεκαρδιστικά σχόλια του ενός Έλληνα φίλου μου κατάφεραν να σώσουν τη στιγμή (και την ημέρα) από ολοκληρωτική καταστροφή. Τα λόγια του Steve μετρίασαν κάπως την απογοήτευση: “Εξακολουθώ να είμαι ευγνώμων που βρέθηκα εκεί.”   Το συναίσθημα της απογοήτευσης όμως επανήλθε και συνοδεύτηκε από θυμό και απορία όταν, λίγο καιρό μετά, διάβασα τις διθυραμβικές κριτικές για τη συγκεκριμένη παράσταση, τον εμπνευστή και τους συντελεστές καθώς και το ότι θα παρουσιαζόταν και στο εξωτερικό. 
Αφορμή να θυμηθώ τα παραπάνω, απετέλεσαν τα πρόσφατα γεγονότα με το καλλιτεχνικό φεστιβάλ.                                                                       Η δυσπιστία μου προς το Ελληνικό θέατρο παραμένει έντονη από εκείνο το καλοκαίρι του ’86 στην Επίδαυρο. Ίσως άδικα, αφού και η καλλιτεχνική φύση του Έλληνα είναι αναμφισβήτητη (όπως άλλωστε και όλου του ανθρώπινου γένους)  και είμαι σίγουρος πως υπάρχει αξιόλογο Ελληνικό θέατρο κάπου εκεί έξω. Έτυχε, ας πούμε, να δω πριν μερικά χρόνια, μία αξιόλογη θεατρική παράσταση από ένα ερασιτεχνικό θίασο, ακόμη κι εδώ, στο μικρό τόπο που μένω.                                                                           Όμως, γενικά σε αυτή τη χώρα, και κυρίως σε κρατικό επίπεδο, τις τελευταίες δεκαετίες στηρίζεται, προωθείται και έχει επικρατήσει το μέτριο, στη καλύτερη των περιπτώσεων. Τουλάχιστον, σύμφωνα  με τη προσωπική μου αισθητική και αντίληψη περί θεατρικής τέχνης,                 Το γεγονός αυτό, δίνει το δικαίωμα σε οποιονδήποτε, και βέβαια στη “κατάλληλη” στιγμή, να θεωρήσει πως έχει τη δυνατότητα να προσφέρει κάτι καλύτερο.                                                                                                 Σαν Έλληνας προσβάλλομαι όταν κάποιος ξένος, με τις ευλογίες των εγχώριων “αρμοδίων”, καλείται να εκτοπίσει και να αντικαταστήσει το Ελληνικό καλλιτεχνικό γίγνεσθαι.                                                                 Από την άλλη όμως, έχω ήδη προσβληθεί επανειλημμένως ως θεατής από την “εγχώρια” τέχνη.                                                                           Σαν αποτέλεσμα, και παρότι ομολογώ πως ούτε γνώριζα ούτε και τώρα γνωρίζω περισσότερο τον κο Jan Fabre και τα έργα του, καταλήγω σε ένα πολύ απλό συμπέρασμα:                                                               “Όμοιος ομοίω… “
Βέβαια, ο κος Fabre παραιτήθηκε…                                                           Κάτι που δεν έχουν κάνει ποτέ κάποιοι που κανονικά θεωρώ πως είχαν διαφορετικούς αλλά εξ ίσου σοβαρούς λόγους για να το κάνουν… 
 

 

Advertisements

ΣΑΝΓΚΡΙΑ / Sangria

Standard
Σήμερα ξαναέφτιαξα Ανγκρία… Δανγκρία… (χικ) … Ζανγκρία… ΓΜΤ… Αυτό το Ισπανικό κρασί…  Εύκολο, οικονομικό και υπέροχο. Σκέφτηκα να μοιραστώ τηη,  εεε , α ναι, τη συνταγή… (χικ) …
ΣΥΣΑΤΙΚΑ:                                                                                                  – Κόκκινο κρασί… ή ροζέ… Να είναι καλό, επώνυμο! Εγώ πήρα από τo μπάρμπα Μήτσο… Πολύ καλή χρονιά. Σε πλαστικό μπουκάλι… Τέλος πάντων, δεν είναι ανάγκη να είναι και τέλειο το κρασί… Βασικά, να μη ξυνίζει… Εδώ που τα λέμε, όσο πιό φτηνό είναι, τόσο περισσότερο μπορείτε να πειραματιστείτε μέχρι να φτιάξετε τη Σανγκρία του γούστου σας.                     – Γιά κάθε λίτρο κρασιού υπογολίστε ένα με δύο (ανάλογα το μέθεγος) από τα παρακάτω φρούτα: Μανταρίνι, πορτοκάλι, μήλο, δαμάσκην0 (απορηξαμένο) και φράουλες, που είναι και της εποχής.  Αφαιρείτε τη φλόυδα και τα κόβετε σε κοταμάκια… Όχι πολύ μεγάλα, ούτε και πολύ μικρά… Το μέγεθος εξαρτάται από το πόσο από το κρασί έχετε δοκιμάσει, πρίν αρχίσετε να κόβετε… Εγώ, ας πούμε, τα έβαλα σχεδόν ολόκληρα γιατί δυσκολέυτηκα λίγο με τα μαραίχι (χικ)… Καλό είναι να τα κόψετε πάντως…                                                              – Μάβρες και ξανθές γκόμ… έεεε σταφήδεΣ… Μία φούχτα, σύνολο… Πιό πολλές μάβρεσ…                                                                                          – Μοσχοκάρυδο ή κανέλα, προεταιρικά… προιστορικά… προ…                  Αμα Θέλετε… Εγώ έβαλα.  Ελάχιστο…                                                        – Λίγο μέλι (αν σας αρέσει το λίγι γλυκό κρασί)                                              – Λίγη Μαυροδάφνη (αν θέλετε, για άρωμα).                                                  – Ένα κεσεδάκι γιαούτρι.
Καλού κακού, διπλασιάστε τα διαθέσιμα υλικά γιατί είναι σίγουρο πως όσο ετοιμάζετε, θα δοκιμάζετε απ’ όλα, οπότε η πρώτη παρτίδα καταναλώνεται επί τόπου…
ΕΚΤΕΛΕΣΟΙ:                                                                                               Βάζετε το κρασί σε μία καρατσόλα και το ζεσταίνετε λίγο… Να μη βράσει… Ρίχνετε μέσα (ΠΡΟΣΟΧΗ! ΜΕΣΑ!) τα φρούτα και τα υπόλοιπα υλικά (εκτός από τη Μαυροδάφνη και το γιαούρτι).                                                             Αφήνετε να μείνει 24 ώρεσ… Μη δοκιμάζετε συνέχεια, ενδιάμεσα, γιατί όταν θα έρθει η στιγμή που κανονικά θα ήταν έτοιμο, θα έχει τελειώσει και θα ξαναρχίζετε από την αρχή…                                                                       Στο 24ωρο, αφαιρείτε τα φρούτα τα οποία “χτυπάτε” με το γιαούρτι και μέλι επί τόπου, πρίν πάρουν χαμπάρι οι υπόλοιποι. Εναλλακτικά, τα αφήνετε μέσα στο κρασί και προσθέτετετε Μαυροδάφνη ανάλογα… Πίνετε κρύο, σε ποτήρι (αν αντέξετε να μη πιείτε από το μπουκάλι) με μία φέτα λάιμ και ένα φύλλαράκι δυόσμο για διακόσνηση και με πολύ λίγο πάγο, προρεραι…  εεε, προεταιρ… προ…
Εις υγείαν!  (χικ)

Today, I made Wangria… (hick) Dangria… Darn! That Spanish wine, with fruit… Easy, inexpensive and totally awesome… Thought I’d share the … uhhh, the … oh yeah,  recipe … (hick)

INDREGIENTS:

– Red or Rosé wine. Pick a good, famous brand, like I did. Got it from a local grocery store. Good year… In a plastic bottle…  (hick).  Well alright, it doesn’t have to be an expensive wine. Actually, a cheap one works great. And the cheaper it is, the more you can experiment, until you make a Sangria to your liking.                                                            – For every liter of wine, use one or two -depending on the size and how fruity you want your wine- of the following fruit: Orange, Tangerine, Apple, Prune (dried is fine) and Strawberry. Peel or skin and cut into pieces. Not too big, not too small. The final size, actually depends on how much of the wine you have tried already. I, for instance, used almost whole fruit, for I was having a bit of trouble with the naif… (hick) …  They should be cut, nonetheless.                                                                                          – Black and golden raisins. About a cup… More black ones.                                                                                                          – Very little nutmeg or cinnamon, if you happen to like these. But go easy on them.                                                             – A spoonful of honey.                                                                       – One cup of Greek Mavrodaphne wine.                                     – Natural Yoghurt

Just to be on the safe side, double all above ingredients cause you are probably going to be nibbling throughout the process and the first bunch is going to run out very quickly.

PROCEDURE:

Put all the wine in a pot and warm it up a little. Remove from heat and put all the ingredients -except the Mavrodaphne and the yogurt- in the wine. Managing to put them IN the pot might prove to be tricky… This is common when preparing anything with wine… Let it sit for about 24 hours. DO NOT keep trying during this period because if you do, by the time it would normally be ready, it will be finished and you’ll have to start over. After 24 hours, remove fruit from wine, place them in a bowl, add the yogurt and some honey and eat them in stealth mode before anyone else finds out what you are doing. Alternatively, you can leave the fruit in the wine and add Mavrodaphne to taste. Serve cold with a slice of lime and a mint leaf.

Cheers! (hick) …   

Ειρωνειες / Ironies

Standard
(scroll down for English)
Ειρωνεία:  1. Ασυμφωνία μεταξύ Απόψεων/Πεποιθήσεων και                                                Γεγονότων.  2. Γεγονός/Περίσταση που                                                         είτε α. Χαρακτηρίζεται από τέτοια ασυμφωνία.                                               είτε β. Επιβεβαιώνει Απόψεις/Πεποιθήσεις.    
Από πολύ νωρίς στη ζωή μου, πιό νωρίς απ’ ότι ίσως θα έπρεπε, άρχισε να με απασχολεί η σκέψη “ποιός πραγματικά είμαι”. Ποιά είναι η “ταυτότητά” την οποία καθημερινά διαμορφώνουν οι συνιστώσες δυνάμεις του γεννετικού υλικού μου και των συσσωρευόμενων εμπειριών μου και η οποία καθορίζει τη συμπεριφορά μου στο μάταιο αυτό κόσμο. Σύντομα μετά την έναρξη των σπουδών μου, όταν “ανακάλυψα” την επιστήμη της Ψυχολογίας, η σκέψη αυτή άρχισε να παίρνει τη μορφή ήπιας (θεωρώ) εμμονής, ενώ, λόγω των νεοαποκτόμενων γνώσεων, το ερώτημα έγινε πιο συγκεκριμένο: “Μήπως τελικά είμαι πρωκτικός τύπος;” Για όσους, πιθανώς μη γνωρίζοντας, βγάλουν βιαστικά συμπεράσματα ή αναφωνήσουν  “Το ‘ξερα”, να διευκρινίσω πως αναφέρομαι σε ένα από τα στάδια ανάπτυξης του Freud.                                                     Freud! Τι ιδιοφυές, πιθανώς διαταραγμένο μυαλό… Θέλω να πώ, ο τύπος είχε απίστευτη φαντασία, αλλά μάλλον χρειάζονται και προσωπικά βιώματα για να αναπτύξει κανείς τέτοιες θεωρίες. Όπως και να ‘χει, οι θεωρίες αυτές αποτέλεσαν το έναυσμα για περαιτέρω (και περισσότερο επιστημονική) μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και εξακολουθούν να αποτελούν το καλύτερο “κράχτη” φοιτητών στα τμήματα Ψυχολογίας των πανεπιστημίων όλου του κόσμου. Αν και συνεπαρμένος κι εγώ, αρχικά, από τον Freud και τις ερμηνείες του, αποφάσισα μάλλον γρήγορα πως δεν ανήκω στη μερίδα εκείνη που επιδεικνύει θρησκευτική ευλάβεια σε αυτές, αλλά αντίθετα αμφισβητώ έντονα την πανανθρώπινη γενίκευση που τις χαρακτηρίζει. ( Άποψη/Πεποίθηση Νο 1.)
Επίσης σχετικά νωρίς, άρχισαν να με απασχολούν η σκέψη και η ανησυχία πως η παρουσία μου σε αυτό το κόσμο θα ξεχαστεί. Υποθέτω πως δεν είμαι ο μόνος. Πρόκειται για μία μάλλον ανώφελη ανησυχία, δεδομένου οτι είναι βέβαιο πως πολύ λίγοι, συγκριτικά, καταφέρνουν να παραμείνουν στις μνήμες των επομένων και οι περισσότεροι από εμάς είναι καταδικασμένοι να ξεχαστούν. Εντούτοις, πιστεύω πως είναι ακριβώς αυτή η σκέψη και αυτή η ανησυχία που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την εν ζωη συμπεριφορά μας, τις αποφάσεις και πράξεις μας, την ύπαρξη μας γενικότερα. Η επιθυμία και η ελπίδα πως η παρουσία μας και η συμμετοχή μας στα επίγεια δεν υπήρξαν τυχαία κοσμικά γεγονότα που θα περάσουν στη σφαίρα του ασήμαντου, αποτελούν (υποσυνείδητα ή όχι) μία από τις βασικές αιτίες του τρόπου που ο καθένας, με το τρόπο του, διάγει τη ζωή του. Οι ποιητές και οι συγγραφείς γράφουν λέξεις και οι μουσικοί νότες. Οι επιχειρηματίες επιχειρούν. Οι εγκληματίες εγκληματούν. Οι καλλιτέχνες ζωγραφίζουν και σμιλεύουν. Όπως όλοι, (φαντάζομαι) έτσι κι εγώ αφιερώνω σημαντικό κομμάτι της ύπαρξης μου σε ένα κυνήγι απατηλής αθανασίας, ελπίζοντας πως θα αφήσω ένα σημάδι πίσω μου. Πως θα καταφέρω να παραμείνω στη μνήμη των ζωντανών και το κόσμο αυτών. (Άποψη/Πεποίθηση Νο 2.)
Σχετικά νωρίς έδωσα τις δικές μου προσωπικές ερμηνείες και σε διάφορα Θρησκευτικά θέματα. Φερειπείν, ανέκαθεν μου άρεσε η ιδέα πως η ζωή είναι “πνοή” του Δημιουργού. Αυτό θα σήμαινε πως η ανθρώπινη ψυχή είναι μέρος της “ψυχής” του Δημιουργού. Άρα, όταν η ανθρώπινη ψυχή εγκαταλείπει το σώμα, επιστρέφει και ενώνεται και πάλι με το Δημιουργό. Άρα οι νεκροί, είναι εν μέρει Θεικοί και επομένως ικανοί να “βλέπουν” τα πάντα και πιθανότατα, να παρεμβαίνουν. (Άποψη/Πεποίθηση Νο 3.)
Σχετικά αργά συνειδητοποίησα την “ανωτερότητα” του θηλυκού γένους. Εντάξει, θεωρητικά τη γνώριζα, αλλά ως υπέρμαχος της (αν)ισότητας με γνώμονα τη προσωπικότητα και όχι το φύλλο, αρνήθηκα για πολύ καιρό να αποδεχθώ την ύπαρξη της. Τελικά όμως δεν θα μπορούσε παρά να παραδεχθώ πως ανωτερότητα υπάρχει και έγκειται κυρίως στην απόλυτη “εξουσία” που ασκούν οι γυναίκες στους άντρες “εκμεταλευόμενες” τη γεννετήσια ορμή αλλά και τον άρρηκτο συσχετισμό που έχουν με την ίδια τη ζωή, καθώς είναι εκείνες που την “υλοποιούν”. Είτε πρόκειται για πραγματική ανωτερότητα του θηλυκού, είτε για κατασκευαστική αδυναμία του αρσενικού, είτε για υπέρτατη δημιουργική σοφία, γεγονός είναι πως λίγα εγκόσμια συγκρίνονται με τη θηλυκή εξουσία-γοητεία και τις επιπτώσεις της στη “κατώτερη”, εύθραυστη και μονίμως ευάλωτη αρσενική ύπαρξη που, όπως φαίνεται, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό, από την αντίστοιχη θηλυκή. (Άποψη/Πεποίθηση Νο 4.)
Βρίσκομαι ξαπλωμένος σε κρεβάτι εντατικής φροντίδας στο νοσοκομείο, και επανακτώ σιγά σιγά τις αισθήσεις μου μετά τη νάρκωση του χειρουργείου. Δύσκολη στιγμή με ανάμικτα, έντονα συναισθήματα.                                      Να ‘μαι λοιπόν, ένας άνδρας με τις παραπάνω (πέραν πολλών άλλων) πεποιθήσεις, σε μία σωματικά και ψυχικά πολύ εύθραυστη κατάσταση και με τις σκέψεις περί θανάτου να αρνούνται πεισματικά να εγκαταλέιψουν τις εξέχουσες θέσεις που έχουν καταλάβει στο μυαλό μου.                                   Μία νοσοκόμα, μία αιθέρια ύπαρξη τόσο νέα, τόσο όμορφη, τόσο γλυκειά, τόσο θηλυκή, τόσο “ζωή”, εμφανίζεται ξαφνικά και κινείται σαν φτερωτός άγγελος γύρω από το κρεββάτι μου. Το “πέταγμα” της διαλύει τα μαύρα σύννεφα και δροσίζει το πρόσωπο μου. Η φρέσκια, μεθυστική οσμή της απαλύνει τους πόνους μου. Η πρώτη συνειδητή σκέψη υλοποιείται στο “μουδιασμένο” μυαλό μου και εκπλήσει και εμένα τον ίδιο: “Υπέροχος πισινός!”. Ο άγγελος μου σκύβει να μου πάρει τη πίεση και το απαλό χέρι της αγγίζει το δικό μου. (“Θεέ μου, πως είναι δυνατόν να έκανες το δέρμα τους τόσο απαλό;”) … Η ματιά και ο κουρασμένος νούς μου ξεχύνονται στη βαθειά κοιλάδα του στήθους της. Η καρδιά μου σκιρτά καθώς τα κερασένια χείλη της κινούνται:                                                                                                   -“Αερίζεστε κε Πα……….λε;”                                                                       -” ; … ; “                                                                                                     -“Κε Πα……….λε…;”                                                                       -“Ναι…;”                                                                                                   -“Αέρια έχετε;”                                                                                       -“Εεε, τι να σας πώ… Δεν το είχα σκεφτεί… Είναι σημαντικό;”                     -“… “                                                                                                     Πρίν προλάβω να επιμείνω στην ερώτηση μου, αυτή η πολύ παράξενη, παράμετρος της ανθρώπινης ύπαρξης που ονομάζεται μοίρα, αποφάσισε για μία ακόμη φορά να πραγματοποιήσει την, ως συνήθως, ανελέητη παρέμβαση της. Ναι, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, παρουσία μίας νέας γυναίκας της οποίας η ομορφιά, σαν απαλό, δροσερό αεράκι, κατάφερε να διαλύσει τα μαύρα, απειλητικά σύννεφα στο μυαλό και τη ψυχή μου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η σκέψη ζωής χαστούκισε τη σκέψη του θανάτου, ο εγκλωβισμένος στα σφιγμένα από την αγωνία σωθικά μου αέρας, αποφάσισε να πραγματοποιήσει την ηρωική έξοδο του. Ο ήχος απόκοσμος, εκκωφαντικός… Οι φιάλες των ορών σείστηκαν, τα κρεβάτια του θαλάμου έτριξαν… Η ηλικιωμένη στο διπλανό κρεβάτι σταυροκοπήθηκε…                                                        -“Μπράβο κε Δημήτρη!”                                                                                “Μπράβο κε Δημήτρη”;;; Καλά, τι έγινε τώρα;! Μία κοπέλα σαν τα δροσερά νερά, μία σχεδόν τέλεια εκπρόσωπος του “ανώτερου” θηλυκού γένους, μόλις με συνεχάρη που την αμόλησα;                                                                         Για τα περισσότερα από τα 52 χρόνια μου, με απασχολεί η σκέψη του να μη ξεχαστώ, να αφήσω ένα σημάδι, ένα μικρό σημάδι πίσω μου… Χωρίς αυταπάτες, σίγουρα οχι σαν αυτά τα παγκόσμια και διαχρονικά ενός Όμηρου ή ενός Σωκράτη, ενός Shakespeare, ενός da Vinci, ενός Tolstoy ή ενός Tchaikovsky, ενός BB King, ενός Bruce Lee, ενός Lennon, ενός Χατζηδάκι, ενός Ελύτη, ή ενός Καζατζάκη…  Αλλά κάτι. Κάτι μικρό, ίσως ασήμαντο συγκριτικά, αλλά και δικό μου.  Και τώρα, κι ενώ οι πιθανότητες μειώνονται, υπάρχει περίπτωση να με θυμούνται για μία πορδή; Mία “πρωκτική” έκφραση; Τι ειρωνεία! Γιατί Θεέ μου; Γιατί τέτοια φάρσα; Εκτός αν…  Sigmund, παλιομπάσταρδε, μου τη φύλαγες; Δεν σου φτάνουν τα εκατομμύρια που σε θαυμάζουν ακόμη, έπρεπε να εκμεταλευτείς τη “γνωριμία” σου και να φροντίσεις να εκδικηθείς έναν ασήμαντο που σε αμφισβήτησε;
Δεν ξαναείδα την όμορφη νοσοκόμα μέχρι που έφυγα από το νοσοκομείο. Ευτυχώς! Δεν ξέρω αν θα άντεχα την αμηχανία. Μάλλον θα την άντεχα… Άντεξα τα υπόλοιπα, τα πιο σοβαρά.                                                        Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, το ζεστό χάδι του ήλιου στο πρόσωπο μου, με έκανε να ξεχάσω τις “βασανιστικές”, γεμάτες ειρωνεία στιγμές και για αρκετή ώρα, μία σκέψη μόνο κυριάρχησε  στο μυαλό μου: Η ζωή είναι μία ειρωνεία. Μεγαλώνοντας, διαπιστώνω πως, συχνά, το να τα καταφέρεις, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το “ποιούς γνωρίζεις”. Φαίνεται τελικά πως είχα κι εγώ κάποιες “γνωριμίες”, επίγειες και μη. Ο γιατρός μου, η οικογένεια μου και οι φίλοι μου ανήκουν στις πρώτες. Κάποιες “πνοές” στις δεύτερες. Είμαι βέβαιος πως η μάνα μου Τον παρακάλεσε να με προσέξει. Ο πατέρας μου, ως γνήσιος, πολυμήχανος Έλλην, μάλλον το “έπαιξε” αλλιώς: Με το τρόπο του, πάντα με έσπρωχνε για το καλύτερο. Έτσι και τώρα, φρόντισε να “μεσολαβήσει” για την αγγελική νοσοκόμα και παράλληλα τη σωτήρια “έκφραση” μου.΄Ηξερε πως μετά από κάτι τέτοιο, δεν υπήρχε περίπτωση να μη παλέψω για μία ευκαιρία να αφήσω τελικά κάτι λίγο πιο σημαντικό πίσω μου. Ναι, σίγουρα γέλασε καλύτερα, τελευταίος, μετά τον Freud. Και μαζί του κι εγώ…
Irony: 1. Incongruity between a conviction and a fact.                                2. An occurrence which either a. is characterized by                                 such incongruity or b. confirms the conviction.
Very early in my life -perhaps earlier than it should have- a certain thought crept into my mind and started troubling me. The question of “who I really am”; which is the true identity that every single living moment is shaped by the joint forces of my genetic make up and my accumulating experiences. The one that defines and dictates my behavior in this world.                Soon after beginning my university studies and discovering the science of Psychology, this thought developed into a minor -dare I say- obsession, while at the same time, due of course to all the newly acquired knowledge, my query evolved and, for a long while, became more specific: “Could it be that I am the anal type?” Now for those who, unknowingly and/or unwillingly, might rush into conclusions and cry out “I knew it!”, let me explain that I am referring to one of Freud’s developmental theories.                                                                                                 Freud… What an ingenious, “disturbed” mind! This man undoubtedly had an incredible imagination and ability for analytical thinking, but I would assume it requires some personal experiences too, in order to come up with such theories. In any case, these theories triggered a further, more scientific study of human behavior and are still today probably the best “advertising” used by Psychology departments of universities all around the world. Although initially fascinated myself by Freud, I eventually decided that I am not among his extreme devotees, but instead tend to doubt and question the generalizations that characterize his theories. (Conviction no 1.)
Something else which also started troubling my mind rather early, was the concern that my presence in this world will be forgotten. I imagine that I am not the only one with such a concern, however pointless or “foolish” it may be.  I am convinced that, although fully aware of the fact that comparatively very few humans will succeed in remaining in the memories of their successors, as most of us are doomed to be forgotten, it is this very concern where our motives, decisions and actions seem to stem from, and which defines to a great extent our behavior while alive. Our desire and hope that our own, brief participation in earthly matters was not a random, trivial cosmic event doomed to enter the sphere of the insignificant, constitute the main reasons for the way we choose -subconsciously or not- to lead our lives: Poets and writers write words. Musicians write notes. Entrepreneurs start businesses. Criminals commit crimes. Artists paint and sculpt…   I assume that, like many others, I too devote a significant part of my existence to a “hunt” for an illusory immortality, hoping that I will leave a mark behind. That at some point, I will be granted the chance to remain in the memories of the living, and in their world. (Conviction no 2.)
Some of my own explanations on religious matters, emerged relatively early too. For instance, I’ve always liked the notion that life is the “breath” of the Creator. That would mean that the human soul is a part of the “soul” of the Creator and when it leaves the body, it returns to and reunites with the Creator. So, the dead are partly divine and therefore capable of “seeing” all and possibly interfering.  (Conviction no 3.)
What dawned upon me relatively late, was the realization of the superiority of the female gender. I suppose that I had heard of the “theory”, but being an advocate of (in)equality based on personality rather than gender, I refused to accept it as a fact.  It may have taken me a bit longer, but I too now, like probably every other male, recognize that female superiority indeed exists; and it stems from the power women exercise over men by taking advantage of men’s libido as well as their own inextricable link with life itself. They are, after all, the ones ultimately carrying it into effect. Regardless of whether it is “true” female superiority, or male inferiority by “design”, or both, the fact remains that few things can be compared with the way the human female seems to affect the human male’s fragile and constantly vulnerable existence. (Conviction no 3.)
I’m lying on a hospital bed, in intensive care, slowly regaining consciousness after surgery. Very hard moments, filled with mixed, intense emotions. So, here I am, a man with the above -among other- convictions, in a rather vulnerable position, both physically and mentally, with the thoughts of death refusing to leave the distinguished places they have occupied in my mind. A young nurse, a creature so beautiful, so sweet, so feminine, so full of life, suddenly appears and begins to move around my bed like a flying angel. Her “flying” dissolves the dark clouds and cools my face. Her fresh, intoxicating essence soothes all my pain. My numb mind has its first conscious thought: “What a great behind!” My angel leans over me to take my blood pressure and her soft hand touches mine… “My God, how did you ever manage to make their skin so smooth?” My glance and my tired mind gallop in the deep valley of her breasts… My heart faints as her cherry lips move:                                             -“Do you have gas Mr. Pan………los?”                                                 -” … ”                                                                                                 -“Mr. Pan………los?”                                                                       -“Yes…”                                                                                                 -“Do you have gas?”                                                                                 -“Umm… I haven’t really thought about it… Is it important?”         -” … ”                                                                                                     Before I ever got a chance to repeat my question, that strange factor of human existence called fate, decided on yet another relentless intervention. Yes, at exactly that moment, in the presence of a young woman whose beauty had managed, like a gentle breeze, to chase away the menacing clouds from my mind and soul, just when the thought of life slapped hard the thought of death, the air trapped inside my clenched insides, decided to attempt its heroic exit. The sound unworldly… Serum bottles shook, beds creaked. The elderly woman in the next bed crossed herself.                                                                               -“There you go, Mr.Pan………los… Good job!”                        -“WTF???  What the hell did just happen here? Did a beautiful woman, a near perfect representative of the female gender, just congratulate me for breaking wind?                                                   For the most part of my 52 year old presence in this world, I’ve been haunted by the thought of being forgotten; hoped for the opportunity to leave something behind me; a small mark. Surely not as significant and timeless as those of  a Homer or a Socrates, a Shakespeare, a da Vinci, a Tolstoy or a  Tchaikovsky, a BB King, a Bruce Lee, a Lennon, a Hatzidakis, an Elytis or a Kazantzakis… But, something… Something maybe insignificant comparatively, yet, of my own. And just as my chances seem to be diminishing, I get this? I’m doomed to be remembered for a fart? An anal “expression”? Heard by one of my “oppressors”, a superior female? Why God? What kind of sick farce is this? Unless… Sigmund, you son of a bitch…! Your millions of devotees were not enough? You had to “pull some strings in order to get back at the “nobody” who doubted you?
I never saw that beautiful nurse again. I’m glad… I wouldn’t have bared the embarrassment. Then again, maybe I would have. I bared other things… Far more serious…
Upon exiting the hospital, some days later, the sun’s warm caress on my face helped me forget the torturing moments and my mind was occupied by only one thought:                             “Life is one big irony.”                                                                            As I get older, I tend to think that making it through it, more often than not, largely depends on “whom you know”.                   Seems that I had some “connections” myself; both earthly and not. My doctor, my family and my friends are among the first. Some “breaths” among the second. I’m certain that my mother asked Him to help me. My father on the other hand, being the true, resourceful  Greek that he was, acted in a more cunning way: In his own way, he always pushed me for the best… Similarly in this case, he “put in a word” for the lovely nurse angel as well as my own “expression”. He knew well that something like this would guarantee that I would fight for a chance to “leave something a bit more significant behind”.     Yes, I’m sure he laughed better, after Freud… And I too, along with him…

 

 

 

 

   
   
 

 

Αβεβαιοτητα

Standard
Λόγω της οικονομικής κρίσης, είναι μάλλον σίγουρο πως οι περισσότεροι από τους πολίτες αυτής της χώρας, έχουμε ένα επιβεβαιωμένο, επαναλαμβανόμενο ραντεβού με εξαιρετικά δύσκολες στιγμές.                                                   Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των μακρών δύσκολων στιγμών, θα είναι η αβεβαιότητα. Ένα συναίσθημα ιδιαιτέρως ισχυρό και επικίνδυνο για την ανθρώπινη ύπαρξη.                                                                                       Βέβαια, όταν είσαι Έλληνας που κατοικεί στην Ελλάδα, το να ζείς με την αβεβαιότητα δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο ή ασυνήθιστο.                                     Δεν αποκλείω τη πιθανότητα το συγκεκριμένο συναίσθημα να είναι “προσωπική υπόθεση” και να οφείλεται στο πώς κάποιος (εγώ) αντιμετωπίζει το κόσμο και όχι στο πώς ο κόσμος αντιμετωπίζει αυτόν (εμένα). Όπως και να ‘χει, η αβεβαιότητα μου έγινε “πιστή” σύντροφος από πολύ νωρίς.                               Για να μη πάω πολύ πίσω, θα θεωρήσω ως πρώτη “γνωριμία” μας την αλλαγή του τότε υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος, κάπου γύρω στο 1974. Η γενιά μας υποχρεωθήκαμε τότε να δώσει εξετάσεις για να αποφοιτήσει από το Δημοτικό και να εισαχθεί στο Γυμνάσιο. Έκτοτε, η αβεβαιότητα ήταν πάντα δίπλα μου (μας;) και ένα μεγάλο ερωτηματικό ακολουθούσε σχεδόν κάθε πρόταση του “κειμένου” της ύπαρξης μου. Θα μπορούσε κάποιος να πεί: “Μα, έτσι είναι η ζωή!” Θα συμφωνούσα πλήρως αν τα ερωτηματικά δεν αφορούσαν παραμέτρους που κανονικά, σε μία στοιχειωδώς οργανωμένη κοινωνία, δεν υφίστανται, ή τουλάχιστον, εμφανίζονται ανα αραιότερα χρονικά διαστήματα. Η λογική της ηλικίας μου, επιβεβαιώνει σήμερα αυτό που το ένστικτο μου έλεγε τότε: Τα ερωτηματικά (και η αντίστοιχη αβεβαιότητα) σε αυτό το τόπο είναι δυσβάχτατα πολλά. Και αρχίζουν να “συσσωρεύονται” από πολύ νωρίς: “Πώς θα βαθμολογηθώ και πώς θα προαχθώ φέτος;” “Πού θα μορφωθώ; Στο σχολείο ή σε φροντιστήριο;” “Πόσο θα κοστίσει;” “Θα αντέξουν οι γονείς μου το κόστος;” “Πόσες εξετάσεις θα δώσω;” “Πού θα σταματήσει το μπάζωμα της θάλασσας;” “Πόσο ψηλά θα πάνε οι πολυκατοικίες;” “Πόσο καιρό θα υπηρετήσω στο στρατό;” “Γιατί δεν απολύθηκα όταν έπρεπε και πότε θα απολυθώ;” “Πόσες φορές μπορεί να αλλάξει ένας νόμoς;” “Πόσες φορές πρέπει να πάω σε Δημόσια Υπηρεσία; Θα καταφέρω να τελειώσω την υπόθεση μου αποφεύγοντας το ψυχοφθόρο καυγά;” “Πόσο θα πάει το λάδωμα;” “Γιατί στις τράπεζες, οι υπάλληλοι αντιμετωπίζουν εμένα και τα χρήματα μου με ειρωνεία και περιφρόνηση;” “Με ποιά κριτήρια απορρίφθηκαν τα πανεπιστημιακά πτυχία μου;” “Επέστρεψα στη χώρα μου για να προσφέρω… Θα πρέπει να ξαναφύγω;” “Θα βρώ κρεββάτι στο νοσοκομείο για την άρρωστη μητέρα μου;” “Όλα αυτά τα άδεια κρεββάτια στο/στα νοσοκομείο/α για ποιούς είναι;” “Θα μου ζητήσει ο γιατρός φακελλάκι;” “Πόσα;” “Γιατί βιάζονται και μασάνε τα λόγια τους οι παππάδες, στις κηδείες των αγαπημένων μου προσώπων;” “Γιατί πρέπει να ξεθάψω τους νεκρούς μου, όταν ολάκερη σχεδόν η Ελληνική γή ανήκει στην “χριστιανική” εκκλησία;” “Πώς το φιλότιμο και η υπευθυνότητα κατήντησαν μεμπτές έννοιες;” “Πού πήγαν η αντικειμενικότητα και η αξιοκρατία; Πώς γίνεται να περιφρονούμαι, να υποτιμώμαι και να εκτοπίζομαι από κάποιον/α με λιγότερα προσόντα;” “Είναι τελικά τυφλή η δικαιοσύνη;” “Πώς γίνεται το μέλλον και η επιβίωση μου να εξαρτώνται από το πολιτικό χρώμα που θα επιλέξω;” “Θα αντέξω χωρίς να βαφτώ κι εγώ κομματικά;” “Ποιός είναι τελικά ο εχθρός μου;”
Ναι… Η αβεβαιότητα είναι ένα από τα μεγαλύτερα αντίβαρα της ανθρώπινης ψυχικής ισοροπίας. Τρέφεται από βασικά ένστικτα και συμβιώνει αποτελεσματικότατα με όλα τα υπόλοιπα δεινά της  ανθρώπινης σκέψης.  Η αβεβαιότητα κάνει τον άνθρωπο περισσότερο καχύποπτο και επιθετικό. Σαν μία ύπουλη αρρώστια, φθείρει αργά και σταθερά. Και μέχρι να ρουφήξει όλα τα αποθέματα εσωτερικής δύναμης και να σε καταβάλλει πλήρως, μάχεται εναντίον των “αντισωμάτων” που μπορούν να προστατεύσουν και να σώσουν την ανθρώπινη ψυχή: Την εμπιστοσύνη, τη τιμιότητα και την ειλικρίνεια, την ομαδικότητα, τη συμπάθεια και τη συμπονετικότητα, τον αλτρουισμό και την αλληλεγγύη. Τα στοιχεία δηλαδή εκείνα που διασφαλίζουν την επιβίωση μιάς κοινωνικής ομάδας, του ζωντανού οργανισμού που είναι ένα έθνος.   
Έχω καταλήξει πως η αβεβαιότητα έχει ριζώσει για τα καλά σε αυτό το τόπο. Δεν ξέρω αν ο σπόρος της φυτεύτηκε εσκεμμένα από το Μεγάλο Διαχειριστή των γονιδίων, η αν μεταφέρθηκε εδώ τυχαία από τούς “κοσμικούς” ανέμους και για κάποιο λόγο ευδοκίμησε. Ξέρω όμως πως ποτίστηκε και από τους ίδιους τους Έλληνες με τις επιλογές τους, και από όλους τους κακόβουλους κηπουρούς που ζήλεψαν αυτό το κήπο που λέγεται Ελλάδα.  
Με ανησυχούν οι οικονομικές εξελίξεις και οι επιπτώσεις  τους.                       Με τρομάζουν οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη συμπεριφορά.                            Η αβεβαιότητα είναι έτσι κι αλλιώς συνυφασμένη με τη ζωή. Όταν όμως μία κοινωνία έχει “πασχίσει” να την εισάγει σε κάθε πτυχή της, την έχει αποδεχθεί και τη θρέφει, τότε η κοινωνία αυτή είναι είτε ανόητη, είτε κακόβουλη, είτε και τα δύο. Και σε κάθε περίπτωση, καταδικασμένη.                                            Το μόνο σίγουρο είναι πως η αβεβαιότητα θα εξακολουθήσει να με συντροφεύει.                                                                                               Αυτό και το ότι εξακολουθώ να μη γνωρίζω ποιός είναι ο εχθρός μου…   

Φουκαρ / Foukar

Standard
(scroll down for English)
Ένας συμπαθής άνθρωπος άφησε τη τελευταία του πνοή εδώ, τις προάλλες. Έμαθα πως βρισκόταν σε μία από αυτές τις τραχιές βουνοκορφές αυτού του τόπου, αυτές που σε φέρνουν λίγο πιό κοντά στο Δημιουργό και φρόντιζε τα ζώα του, όπως για αιώνες τώρα κάνουν οι άνθρωποι αυτού του νησιού, όταν το νήμα της ζωής του κόπηκε. Θυμάμαι πως ήταν μιά ηλιόλουστη μέρα.
Προχθές ήρθε στο σπίτι μου ο Φουκάρ. Πακιστανός που δίνει τη δική του μάχη επιβίωσης σε ένα Αιγαιοπελαγίτικο νησί. Του είχα τηλεφωνήσει τη προηγούμενη για να έρθει να ξεχορταριάσει το κήπο:  -“Γειά σου Φουκάρ, τι κάνεις;”  -“Ααα, γειά. Καλά είμαι. Εσείς τι κάνετε, καλά;”  -“Καλά Φουκάρ, ευχαριστώ. Μπορείς να έρθεις να καθαρίσουμε το κήπο; Αλλά κοίτα, λεφτά δεν έχω τώρα. Θα σε πληρώσω όταν έχω.”  -“Ναι εντάξει. Δεν πειράζει. Εγώ για σας έρχομαι.”                                                                                             Ο Φουκάρ ήρθε την επόμενη, πρωί πρωί. Φαινόταν κουρασμένος. Μου είναι ιδιαίτερα συμπαθής αυτός ο άνθρωπος.  Έχει μία έμφυτη ευγένεια που σε αιχμαλωτίζει. Είναι νέος αλλά η ματιά του φανερώνει μία εμπειρία και μία γνώση της ζωής που συνήθως κατέχουν μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι. Και είναι μία γνώση που είναι ολοφάνερο πως έχει αποκτηθεί με το δύσκολο τρόπο. Έπιασε δουλειά και κάμποση ώρα μετά σταμάτησε και κάθισε κάτω από ένα δέντρο για ένα ποτήρι νερό και ένα τσιγάρο. Δεν είμαι καπνιστής αλλά πραγματικά απολαμβάνω να παρακολουθώ τον Φουκάρ όταν στρίβει τσιγάρο. Είναι μία τελετουργική διαδικασία που ολοκληρώνεται πάντα με ήρεμες, σχεδόν ευλαβικές κινήσεις. Ο Φουκάρ άναψε, ρούφηξε το καπνό με απληστία αλλά και εγκράτεια ταυτόχρονα και ξεφυσώντας με ρώτησε με σπασμένη φωνή: -“Μάθατε για τον Γ…….. ; Πέθανε…”  -“Ναι το έμαθα”  -“Κρίμα. Αυτός δεν ήταν πολύ μεγάλος.”  -“Ναι κρίμα… Αλλά τον αγαπούσε ο Θεός…” είπα.  Ο Φουκάρ, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε τα μάτια καρφωμένα στη κάφτρα του τσιγάρου του, γύρισε και με κοίταξε. Διέκρινα απορία στο βλέμμα του. Τελικά, με έκδηλη την έκπληξη αλλά και τη κατανόηση στα μάτια του, σηκώθηκε και με πλησίασε:  -“Εγώ δεν ξέρω να μιλάω καλά” είπε. “Όμως αυτό που εσύ λές, είναι σωστό. Το λέμε κι εμείς Πακιστάν”.  -“Μα, έτσι δεν είναι Φουκάρ; Ναι, κρίμα που πέθανε. Όμως ήταν μία ζεστή, ηλιόλουστη μέρα, σε μία βουνοκορφή με θέα το κόσμο ολόκληρο, με τη μυρωδιά της ρίγανης και του θυμαριού στον αέρα και γνώριμους, λατρεμένους ήχους τριγύρω. Η ψυχή έφυγε ήρεμα. Και γρήγορα… Σαν να την άρπαξε αετός…  Δεν υπάρχει καλύτερος θάνατος…”        Ο Φουκάρ ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου και είπε: “Eγώ είμαι 9 χρόνια Ελλάδα. Άλλος δεν μιλάει σαν εσένα. Κι εγώ λέω, όταν Θεός αγαπάει, δίνει καλό θάνατο. Όχι αρρώστειες και κρεβάτι…”  -“Φαίνεται πως εγώ κάτι Του ‘χω κάνει και με ταλαιπωρεί τελευταία” είπα γελώντας. “Κάτι φαίνεται δεν κάνω σωστά…” πρόσθεσα και τράβηξα ένα αγριόχορτο.  -“Ναί, μπορεί” απήντησε σκεπτικός ο Φουκάρ. “Εμείς άνθρωποι δεν ξέρουμε τι θέλει Αυτός. Εσύ βγάζεις αυτό χόρτο, νομίζεις κάνεις σωστά. Όμως μπορεί αυτό λάθος. Όμως εγώ ξέρω εσύ βρείς σωστό και Θεός αγαπάει εσένα πάλι” είπε ο Φουκάρ χαμογελώντας και ξανάπιασε τη τσάπα.  
Η συζήτηση με τον ευγενικό, μελαμψό μετανάστη ήταν από τις ωραιότερες που έχω κάνει. Η επικοινωνία με έναν άλλο άνθρωπο, ειδικά κάποιον από άλλη χώρα και κουλτούρα, ήταν για μένα ανέκαθεν κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Εκπλήσομαι ευχάριστα όποτε μου υπενθυμίζεται πως ποτέ δεν ξέρεις από ποιόν θα ακούσεις κάτι σωστό και με ποιόν μπορεί να έχεις ταύτιση απόψεων. Είναι όμορφο και ελπιδοφόρο το να διαπιστώνεις πως μπορεί να μην είμαστε όλοι ίδιοι σε αυτό το κόσμο, αλλά ευτυχώς οι “παρόμοιοι” είμαστε αρκετοί ώστε να αισιοδοξούμε πως μία αρμονική συνύπαρξη είναι εφικτή.                               Το χαμόγελο και τα τελευταία “θρησκευτικά” λόγια του ο Φουκάρ, ήταν απρόσμενα ενθαρρυντικά. Είναι αλήθεια πως έρχονται στιγμές που η λογική επικρατεί. Στιγμές που η σκληρή πραγματικότητα της ζωής καθιστά σκέψεις περί “αγάπης του Θεού” αφελείς. Παρ’ όλ’ αυτά, όταν η υγεία κλονίζεται και η σωματική και ψυχική δύναμη εξασθενούν, όταν ο θάνατος χτυπά τη διπλανή πόρτα, ή ακόμη κι όταν νομίζεις πώς χτυπά και τη δική σου, τότε η λογική που όλη σου τη ζωή πάσχιζες να χαρακτηρίζει τις απόψεις σου, συρρικώνεται. Και πολλά πράγματα αρχίζουν να εναπόκεινται στην “αγάπη του Θεού”.                 Ελπίζω και (προσ)εύχομαι, αυτός ο υπέρτατος “παράγων” που ορίζει την ύπαρξη μας, είτε λέγεται Φύση, είτε Ζωή, Μοίρα ή Τύχη, Εξωγήινη Ευφυία ή Κοσμική Συγκυρία, είτε λέγεται Θεός, να μου χαρίσει μία καλή ζωή και να μου εξασφαλίσει ένα γρήγορο και “καλό” θάνατο.                                                 “Θεέ”, αν ακούς και χωρίς να θέλω να πιέσω, η προτίμηση μου ήταν πάντα θάλασσα, όχι βουνό.
A nice man passed away the other day. I heard he was on one of the rugged mountain tops of this place, one of those that bring you closer to the Creator, herding his flock, like the people of this island have been doing for ages, when the thread of his life was cut. I remember now it was a warm, sunny day.
A couple of days ago, Foukar came to my house. He is a Pakistani, fighting his battle of survival on a Greek island. I had called him the night before, and asked him to come and clear the garden: -“Good evening Foukar. How are you?”  -“Aaaa, good evening to you. I am well, thank you. How are you?”  -“Fine, thanks. Listen, could you come over tomorrow to clear the garden? But, I don’t have any money now. I’ll have to pay you later. Much later.”  -“No problem. For you, I come.”                   Foukar showed up early the following day. He seemed very tired. This man has a rare innate politeness that makes him very likable. He is young but his eyes reveal a knowledge of life usually possessed by older people. Knowledge which is evident that it has been acquired the hard way.                                              He got to work and some time after, stopped and sat under a tree for a rest, a drink of water and a smoke. I am not a smoker myself, yet I really do enjoy watching Foukar roll a cigarette. It is sort of a ritual that he performs with slow, deferential movements. He lit up, inhaled the smoke with greed but somehow restraint at the same time, exhaled and asked me in a broken voice: -“Did you hear about G………? He died…”  -“Yes, I heard…”  -“Shame… He not very old.”  -“Yes, it is a shame. But he was loved by God…” I said.  My dark skinned interlocutor, who up until that moment had kept his eyes fixed on his burning cigarette, lifted his head and looked at me. He appeared puzzled for a few moments and maintained eye contact longer than he had ever done before. Finally, he stood up, walked towards me and said in a surprised yet understanding tone: -“I not speak very well… But, this that you say is true. We say same in Pakistan.”  -“Yes, it is so true!” I said. “It is sad that he died. But, it was a warm, sunny day, on a mountain top with a view of the entire world, with the scent of oregano and thyme in the air, and familiar, beloved sounds all around. His soul departed quietly, peacefully. And swiftly…  As if snatched by an eagle… There is no “better” death… Foukar placed his hand on my shoulder and said: -“I am in this country 9 years. No one speaks like you. And I too say, when God loves, He gives good death… No sickness and bed…”  -“Well then, seems that I may have done something to displease Him, cause He’s been giving me some trouble, lately” I said as I pulled out a weed.  -“Maybe” Foukar replied sceptically. Humans, we don’t know what He wants. You pull out that weed, you think that is right… But, maybe that wrong… But Ι know you will find the right and God will love you again…” said Foukar with a smile and grabbed the pickax again.
The conversation with the kind immigrant from Pakistan was one of the best I’ve ever had. Communicating with another person, especially one from another country and culture is something I’ve always found very intriguing. I am pleasantly surprised each time I am reminded that you never know who might say something you find fascinating, something you are in total agreement with. It is nice and hopeful to realize that we may not all be the same in this world but those of us who are similar, are enough to keep alive the optimism that some day we might all be able to co exist harmoniously.                               Foukar’s smile and “religious” words at the end of our brief conversation sounded encouraging. Almost inspiring. It might be true that there are moments when pure reason prevails, and the harsh reality of life renders beliefs about Godly love naive, to say the least. Still, when health deteriorates, when death is knocking on the next door, or even at the mere thought that it is knocking on your own, one’s perspective is seriously affected, if not altered. The logic you may have always insisted on, the rationality you may have been striving for all your life, seem to wither, and many things are eventually left to “God’s love”.           I hope and pray that the supreme “factor” which defines human existence, whether It is called Nature, Supreme Intelligence, Life, Fate, Luck, Coincidence, or God, will grant me a decent life and a “good” quick death.                                                                        “God”, if you can hear me, I don’t mean to “push” but, I have always preferred the sea to the mountain…

 

 

Happy Birthday, “Bitch”…

Standard
(scroll down for English)
Σήμερα είναι τα γενέθλια της γυναίκας μου.
Είναι εξαιρετικά όμορφη η γυναίκα μου… Διαθέτει μία άκοπη, σιωπηλή, διακριτική αλλά πλήρη ομορφιά, που σε σαγηνεύει… Όπως ένας πίνακας ζωγραφικής. Μία ομορφιά που αφοπλίζει και προκαλεί έντονες, ποικίλες ενστικτώδεις αντιδράσεις σε γυναίκες και άντρες.                                         Εδώ και πάρα πολλά χρόνια και πολύ, πολύ συχνά, το σώμα και το μυαλό μου “μουδιάζουν” παρατηρώντας τη, ή καλύτερα “χαζεύοντας” τη. Το χυτό κορμί της που ντύνουν ακόμη ρούχα που φορούσε στα 16 όταν τη γνώρισα… Τη θάλασσα που είναι τα μαλλιά της… Το φειδωλό αλλά ειλικρινές χαμόγελο της… Την αριστοκρατική θηλυκότητα της…                                               Χαζεύω αυτή τη πανέμορφη γυναίκα και τη προσωπικότητα που κατοικεί μέσα της. Μία προσωπικότητα που “μισώ” γιατί με φέρνει διαρκώς αντιμέτωπο με τις αδυναμίες και ατέλειες μου και ταυτόχρονα αγαπώ γιατί με ολοκληρώνει και με προστατεύει. Μία προσωπικότητα που χαρακτηρίζεται από απίστευτη δύναμη ψυχής, υπομονή, φιλότιμο, υπευθυνότητα, εγκράτεια, ανιδιοτέλεια…         Μάννα, νοικοκυρά, εργαζόμενη, σύντροφος, βράχος…
Αποκαλώ τη γυναίκα μου “Bitch”.                                                                  Το ακούν και με επικρίνουν…                                                                       Μα, είναι… Πως αλλιώς θα μπορούσε να επιβιώσει με το δικό της τρόπο σε ένα τέτοιο κόσμο; Πως αλλιώς θα προστάτευε την οικογένεια της; Ναι, είναι σκύλα… Και δεν θα το ήθελα αλλιώς… Το μόνο που ελπίζω είναι να έχω φανεί αντάξιος… 
Είχα ξεχάσει πως είναι τα γενέθλια της σήμερα. Σχεδόν πάντα το ξεχνάω. Τριάντα οκτώ χρόνια τώρα…                                                       Συνειδητοποίησα ξαφνικά και μετά λύπης πως, λόγω των δικών μου προβλημάτων, ξέχασα επίσης να της πάρω δώρο. Αλλά και πως τώρα, δεν έχω τη δυνατότητα να της πάρω δώρο. Σ’αυτό δεν φταίει ούτε η “κρίση” των ημερών, ούτε το τραπεζικό όριο, ούτε η Ευρώπη ούτε κανείς. Δεν κατηγορώ κανέναν. Απεναντίας, ευχαριστώ κατα κάποιο τρόπο τη κρίση αλλά και κάθε τι που μου θυμίζει πως η αναγνώριση δεν πρέπει να έχει ημερομηνία.
Happy Birthday, Bitch…
Today is my wife’s birthday. 
She is very beautiful, my wife. Possesses a kind of absolutely effortless, implicit, almost silent, discreet yet utter beauty, that captivates and enchants… Like a still painting. A beauty that disarms and evokes a variety of intense reactions from both women and men. For many, many years, on a daily basis, I might add, both my body and mind have repeatedly become numb just by looking at her. Her shapely, graceful body, elegantly dressed by some of the same clothes she wore when she was 16, when I met her… The sea that is her hair… Her sparing yet honest smile… Her noble femininity…  I often stare at this beautiful exterior, marveling at the same time at the personality that resides within. A type of personality that I “hate” for it constantly reminds me of my own faults and weaknesses but also adore, for it protects and completes me. A personality characterized by astonishing inner strength, patience, responsibility, amazing self restraint, unselfishness…  A mother, housewife, working person, woman, companion… A rock…
I call my wife “Bitch”…                                                                           I am often criticized about that…                                                       But, she is! How else could she have managed to make it and live her life in her own way, in a world such as this one? How else could she have managed to protect her family? Of course she is a bitch. And I wouldn’t have it any other way…  I just hope I have been worthy.
I had forgotten it was my wife’s birthday today. I Keep forgetting… For thirty eight consecutive years now…  And I realized that, because of my own problems, I also forgot to buy her a gift. I realize too that, I am now deprived of the opportunity to buy her an appropriate gift… Still, I don’t blame this on the economic crisis, or the bank withdrawal limit or the European memorandum… On the contrary, I am sort of grateful to them… For they remind me that recognition should have no specific date…
Happy Birthday, Bitch…

Ναι – Οχι / Yes – No

Standard
(scroll down for English)
“ΝΑΙ” και “ΟΧΙ”.                                                                                         Δύο από τις μικρότερες λέξεις του Ελληνικού (και πιθανότατα του παγκοσμίου) γλωσσολογίου. Ενδιαφέρον το πόσο δυσανάλογα μεγάλη είναι η βαρύτητά τους. Υποψιάζομαι πως είναι από τις πρώτες λέξεις που χρησιμοποίησε το ανθρώπινο ον. Το αν είναι “μικρές” λέξεις επειδή είναι από τις πρώτες, ή επειδή και οι αρχέγονοι αντιλήφθηκαν εξ αρχής πως πρέπει να ακούγονται σύντομες, απόλυτες και χωρίς περιθώρια, είναι θέμα μελέτης.                                   Ποτέ δεν είναι εύκολο να τοποθετηθείς επί οποιουδήποτε θέματος, απλά με τη χρήση μίας εκ των δύο αυτών βαρυσήμαντων λέξεων του απόλυτου ανθρώπινου εργαλείου, της γλώσσας, που επανειλημμένως έχει σώσει την ανθρωπότητα από ολοκληρωτικό όλεθρο. Το να ξεστομίσεις ένα “Ναι” ή ένα “Οχι” σε φέρνει αντιμέτωπο με όλους τους δαίμονες της τόσο εύθραυστης και εξαρτημένης από αρχέγονα ένστικτα ύπαρξης σου… Αμφιβολία, ανασφάλεια, φόβο, εγωισμό, απογοήτευση, απελπισία, ηθικά διλήμματα, κοινωνικό περίγυρο…   Όσο όμως και να επιθυμείς να το αποφύγεις, γνωρίζεις καλά πως η στιγμή να τις ξεστομίσεις θα έρθει, αργά ή γρήγορα. Και δεν θα μπορούσε να είναι “σχεδιασμένο” διαφορετικά. Αρκεί μόνο να αναλογιστείς τη συντομία που χαρακτηρίζει την υπαρξη σου…                                                                   Στο σύμπαν, καθυστέρηση σημαίνει θάνατος.
Έφτασε μία ακόμη από αυτές τις στιγμές που ουσιαστικά όλοι θα θέλαμε να αποφύγουμε αλλά όλοι γνωρίζαμε πως πλησιάζει. Το δημοψήφισμα είναι απλά μια κοινωνική, συλλογική εξωτερίκευση του ναι ή του όχι υπέρ του οποίου ο καθένας ήξερε πως κάποια στιγμή πρέπει να ταχθεί προσωπικά.
Δεν είμαι οικονομολόγος για να σχολιάσω ανάλογα. Στη πραγματικότητα, πιστεύω οτι σε αυτές τις εποχές που διανύουμε, λίγοι είναι οι οικονομολόγοι ή οι εν γένει ειδικοί επιστήμονες, που θα μπορούσαν να σχολιάσουν επιτυχώς επί όλων αυτών που συμβαίνουν. Κι αυτό γιατί διαισθάνομαι πως η πλέον αναπτυγμένη επιστήμη του κυρίαρχου όντος αυτού του πλανήτη, είναι η εκμετάλευση… Των πάντων… Και οι εξελίξεις σε αυτό τον τομέα είναι ασύληπτης ταχύτητας.                                                                               Θα σχολιάσω λοιπόν ως ένας απλός άνθρωπος.                                               Δεν τολμώ να υποθέσω ποιές θα είναι οι πιθανές συνέπειες της μονολεκτικής απάντησης που θα επιλέξω. Νοιώθω όμως πως πέραν αυτής, πρέπει όλοι να επικεντρωθούμε και στις παράπλευρες ενέργειες μας αυτές τις στιγμές.           Πρέπει κατ’αρχάς να παρηγορήσουμε τους ηλικιωμένους. Το άγγιγμα του φόβου είναι πάντα πιο παγωμένο επάνω τους. Ο πανικός τους αφαιρεί με περισσή ευκολία τις εξασθενημένες πνοές τους και θολώνει τα κουρασμένα μυαλά τους. Είναι ηθική, αν μη τι άλλο, υποχρέωση μας, χωρίς κριτική και με μοναδικό γνώμονα το ανθρώπινο συναίσθημα, να προσπαθήσουμε να τους καθησυχάσουμε, όσο δύσκολο και μάταιο κι αν φαίνεται αυτό. Άλλωστε, είναι μαθηματικώς βέβαιον πως θα χρειαστούμε κι εμείς κάτι παρόμοιο κάποια στιγμή, σύντομα.                                                                                     Πρέπει να αγκαλιάσουμε τα παιδιά. Ο φόβος λατρεύει να μεταπηδά από μέσα μας στη ψυχή των παιδιών μας και να φωλιάζει εκεί για πολύ καιρό. Πρέπει οι δύσκολες στιγμές να γίνουν κατανοητές και να αποτελέσουν γι αυτά πολύτιμο μάθημα ζωής.                                                                                         Πρέπει να δεχθούμε τη διαφορετική άποψη χωρίς πάθος ή μίσος. Η εμπάθεια είναι περίτρανη δήλωση ανοησίας. Το ένστικτο της επιβίωσης είναι το ισχυρότερο και υπαγορεύει με διαφορετικό τρόπο στον καθένα μας. Το να μάχεσαι ένστικτα είναι επικίνδυνο. Και στις κρίσιμες καταστάσεις το σοφό είναι να μειώνεις και όχι να αυξάνεις τους κινδύνους.                                   Τέλος, πρέπει να σεβαστούμε και να εκτιμήσουμε τον εχθρό μας. Γιατί αυτό θα αποτελέσει τη βάση μιας αποτελεσματικής και όσο το δυνατόν διαχρονικότερης άμυνας μας σε ένα πόλεμο που δεν έπαψε ποτέ, από καταβολής κόσμου. Στο πόλεμο, το μοναδικό και ανίκητο όπλο είναι η κοινωνική ενότητα. Και αυτή πρέπει να επιτευχθεί πάση θυσία…