Αρτεμις / Artemis

Standard
(scroll down for English)
Η μητέρα μου βρέθηκε στην Αμερική σε σχετικά μεγάλη ηλικία. 
Παρά την ηλικία της και τα προβλήματα υγείας, επέμενε πως, πριν πάρει την υπηκοότητα, θα έπρεπε να μάθει Αγγλικά. Επειδή, απλά, αυτό ήταν το σωστό…
Ξεκίνησε απογευματινά μαθήματα στο τοπικό σχολείο και μερικές μόνο ημέρες μετά, η δασκάλα της με είχε πάρει τηλέφωνο και φανερά συγκινημένη, μου είχε πεί πόσο “ξεχωριστός άνθρωπος είναι η Άρτεμις”…
Μετά από λίγα μόλις μαθήματα, έγραψε αυτή την “Έκθεση” που ξαναβρήκα 30τόσα χρόνια μετά και που μου θύμισε ακόμη μιά φορά πόσο πολύ και γιατί μου λείπει…

2-artemis

My mom found herself in the USA in the latter part of her life.
Before becoming naturalized, despite her age and health issues, she insisted that she had to learn English. Simply because that would be the right thing to do…
She started taking evening courses at the local school and it was only a few days later that I got a very emotional call from her teacher who “just wanted to say what a special person Artemis is”…
After very few lessons, she put together this “composition” which I rediscovered 30 something years later and which reminded me once again the reasons why I miss her so much…

                       2-artemis

Advertisements

Φουκαρ / Foukar

Standard
(scroll down for English)
Ένας συμπαθής άνθρωπος άφησε τη τελευταία του πνοή εδώ, τις προάλλες. Έμαθα πως βρισκόταν σε μία από αυτές τις τραχιές βουνοκορφές αυτού του τόπου, αυτές που σε φέρνουν λίγο πιό κοντά στο Δημιουργό και φρόντιζε τα ζώα του, όπως για αιώνες τώρα κάνουν οι άνθρωποι αυτού του νησιού, όταν το νήμα της ζωής του κόπηκε. Θυμάμαι πως ήταν μιά ηλιόλουστη μέρα.
Προχθές ήρθε στο σπίτι μου ο Φουκάρ. Πακιστανός που δίνει τη δική του μάχη επιβίωσης σε ένα Αιγαιοπελαγίτικο νησί. Του είχα τηλεφωνήσει τη προηγούμενη για να έρθει να ξεχορταριάσει το κήπο:  -“Γειά σου Φουκάρ, τι κάνεις;”  -“Ααα, γειά. Καλά είμαι. Εσείς τι κάνετε, καλά;”  -“Καλά Φουκάρ, ευχαριστώ. Μπορείς να έρθεις να καθαρίσουμε το κήπο; Αλλά κοίτα, λεφτά δεν έχω τώρα. Θα σε πληρώσω όταν έχω.”  -“Ναι εντάξει. Δεν πειράζει. Εγώ για σας έρχομαι.”                                                                                             Ο Φουκάρ ήρθε την επόμενη, πρωί πρωί. Φαινόταν κουρασμένος. Μου είναι ιδιαίτερα συμπαθής αυτός ο άνθρωπος.  Έχει μία έμφυτη ευγένεια που σε αιχμαλωτίζει. Είναι νέος αλλά η ματιά του φανερώνει μία εμπειρία και μία γνώση της ζωής που συνήθως κατέχουν μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι. Και είναι μία γνώση που είναι ολοφάνερο πως έχει αποκτηθεί με το δύσκολο τρόπο. Έπιασε δουλειά και κάμποση ώρα μετά σταμάτησε και κάθισε κάτω από ένα δέντρο για ένα ποτήρι νερό και ένα τσιγάρο. Δεν είμαι καπνιστής αλλά πραγματικά απολαμβάνω να παρακολουθώ τον Φουκάρ όταν στρίβει τσιγάρο. Είναι μία τελετουργική διαδικασία που ολοκληρώνεται πάντα με ήρεμες, σχεδόν ευλαβικές κινήσεις. Ο Φουκάρ άναψε, ρούφηξε το καπνό με απληστία αλλά και εγκράτεια ταυτόχρονα και ξεφυσώντας με ρώτησε με σπασμένη φωνή: -“Μάθατε για τον Γ…….. ; Πέθανε…”  -“Ναι το έμαθα”  -“Κρίμα. Αυτός δεν ήταν πολύ μεγάλος.”  -“Ναι κρίμα… Αλλά τον αγαπούσε ο Θεός…” είπα.  Ο Φουκάρ, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε τα μάτια καρφωμένα στη κάφτρα του τσιγάρου του, γύρισε και με κοίταξε. Διέκρινα απορία στο βλέμμα του. Τελικά, με έκδηλη την έκπληξη αλλά και τη κατανόηση στα μάτια του, σηκώθηκε και με πλησίασε:  -“Εγώ δεν ξέρω να μιλάω καλά” είπε. “Όμως αυτό που εσύ λές, είναι σωστό. Το λέμε κι εμείς Πακιστάν”.  -“Μα, έτσι δεν είναι Φουκάρ; Ναι, κρίμα που πέθανε. Όμως ήταν μία ζεστή, ηλιόλουστη μέρα, σε μία βουνοκορφή με θέα το κόσμο ολόκληρο, με τη μυρωδιά της ρίγανης και του θυμαριού στον αέρα και γνώριμους, λατρεμένους ήχους τριγύρω. Η ψυχή έφυγε ήρεμα. Και γρήγορα… Σαν να την άρπαξε αετός…  Δεν υπάρχει καλύτερος θάνατος…”        Ο Φουκάρ ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου και είπε: “Eγώ είμαι 9 χρόνια Ελλάδα. Άλλος δεν μιλάει σαν εσένα. Κι εγώ λέω, όταν Θεός αγαπάει, δίνει καλό θάνατο. Όχι αρρώστειες και κρεβάτι…”  -“Φαίνεται πως εγώ κάτι Του ‘χω κάνει και με ταλαιπωρεί τελευταία” είπα γελώντας. “Κάτι φαίνεται δεν κάνω σωστά…” πρόσθεσα και τράβηξα ένα αγριόχορτο.  -“Ναί, μπορεί” απήντησε σκεπτικός ο Φουκάρ. “Εμείς άνθρωποι δεν ξέρουμε τι θέλει Αυτός. Εσύ βγάζεις αυτό χόρτο, νομίζεις κάνεις σωστά. Όμως μπορεί αυτό λάθος. Όμως εγώ ξέρω εσύ βρείς σωστό και Θεός αγαπάει εσένα πάλι” είπε ο Φουκάρ χαμογελώντας και ξανάπιασε τη τσάπα.  
Η συζήτηση με τον ευγενικό, μελαμψό μετανάστη ήταν από τις ωραιότερες που έχω κάνει. Η επικοινωνία με έναν άλλο άνθρωπο, ειδικά κάποιον από άλλη χώρα και κουλτούρα, ήταν για μένα ανέκαθεν κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Εκπλήσομαι ευχάριστα όποτε μου υπενθυμίζεται πως ποτέ δεν ξέρεις από ποιόν θα ακούσεις κάτι σωστό και με ποιόν μπορεί να έχεις ταύτιση απόψεων. Είναι όμορφο και ελπιδοφόρο το να διαπιστώνεις πως μπορεί να μην είμαστε όλοι ίδιοι σε αυτό το κόσμο, αλλά ευτυχώς οι “παρόμοιοι” είμαστε αρκετοί ώστε να αισιοδοξούμε πως μία αρμονική συνύπαρξη είναι εφικτή.                               Το χαμόγελο και τα τελευταία “θρησκευτικά” λόγια του ο Φουκάρ, ήταν απρόσμενα ενθαρρυντικά. Είναι αλήθεια πως έρχονται στιγμές που η λογική επικρατεί. Στιγμές που η σκληρή πραγματικότητα της ζωής καθιστά σκέψεις περί “αγάπης του Θεού” αφελείς. Παρ’ όλ’ αυτά, όταν η υγεία κλονίζεται και η σωματική και ψυχική δύναμη εξασθενούν, όταν ο θάνατος χτυπά τη διπλανή πόρτα, ή ακόμη κι όταν νομίζεις πώς χτυπά και τη δική σου, τότε η λογική που όλη σου τη ζωή πάσχιζες να χαρακτηρίζει τις απόψεις σου, συρρικώνεται. Και πολλά πράγματα αρχίζουν να εναπόκεινται στην “αγάπη του Θεού”.                 Ελπίζω και (προσ)εύχομαι, αυτός ο υπέρτατος “παράγων” που ορίζει την ύπαρξη μας, είτε λέγεται Φύση, είτε Ζωή, Μοίρα ή Τύχη, Εξωγήινη Ευφυία ή Κοσμική Συγκυρία, είτε λέγεται Θεός, να μου χαρίσει μία καλή ζωή και να μου εξασφαλίσει ένα γρήγορο και “καλό” θάνατο.                                                 “Θεέ”, αν ακούς και χωρίς να θέλω να πιέσω, η προτίμηση μου ήταν πάντα θάλασσα, όχι βουνό.
A nice man passed away the other day. I heard he was on one of the rugged mountain tops of this place, one of those that bring you closer to the Creator, herding his flock, like the people of this island have been doing for ages, when the thread of his life was cut. I remember now it was a warm, sunny day.
A couple of days ago, Foukar came to my house. He is a Pakistani, fighting his battle of survival on a Greek island. I had called him the night before, and asked him to come and clear the garden: -“Good evening Foukar. How are you?”  -“Aaaa, good evening to you. I am well, thank you. How are you?”  -“Fine, thanks. Listen, could you come over tomorrow to clear the garden? But, I don’t have any money now. I’ll have to pay you later. Much later.”  -“No problem. For you, I come.”                   Foukar showed up early the following day. He seemed very tired. This man has a rare innate politeness that makes him very likable. He is young but his eyes reveal a knowledge of life usually possessed by older people. Knowledge which is evident that it has been acquired the hard way.                                              He got to work and some time after, stopped and sat under a tree for a rest, a drink of water and a smoke. I am not a smoker myself, yet I really do enjoy watching Foukar roll a cigarette. It is sort of a ritual that he performs with slow, deferential movements. He lit up, inhaled the smoke with greed but somehow restraint at the same time, exhaled and asked me in a broken voice: -“Did you hear about G………? He died…”  -“Yes, I heard…”  -“Shame… He not very old.”  -“Yes, it is a shame. But he was loved by God…” I said.  My dark skinned interlocutor, who up until that moment had kept his eyes fixed on his burning cigarette, lifted his head and looked at me. He appeared puzzled for a few moments and maintained eye contact longer than he had ever done before. Finally, he stood up, walked towards me and said in a surprised yet understanding tone: -“I not speak very well… But, this that you say is true. We say same in Pakistan.”  -“Yes, it is so true!” I said. “It is sad that he died. But, it was a warm, sunny day, on a mountain top with a view of the entire world, with the scent of oregano and thyme in the air, and familiar, beloved sounds all around. His soul departed quietly, peacefully. And swiftly…  As if snatched by an eagle… There is no “better” death… Foukar placed his hand on my shoulder and said: -“I am in this country 9 years. No one speaks like you. And I too say, when God loves, He gives good death… No sickness and bed…”  -“Well then, seems that I may have done something to displease Him, cause He’s been giving me some trouble, lately” I said as I pulled out a weed.  -“Maybe” Foukar replied sceptically. Humans, we don’t know what He wants. You pull out that weed, you think that is right… But, maybe that wrong… But Ι know you will find the right and God will love you again…” said Foukar with a smile and grabbed the pickax again.
The conversation with the kind immigrant from Pakistan was one of the best I’ve ever had. Communicating with another person, especially one from another country and culture is something I’ve always found very intriguing. I am pleasantly surprised each time I am reminded that you never know who might say something you find fascinating, something you are in total agreement with. It is nice and hopeful to realize that we may not all be the same in this world but those of us who are similar, are enough to keep alive the optimism that some day we might all be able to co exist harmoniously.                               Foukar’s smile and “religious” words at the end of our brief conversation sounded encouraging. Almost inspiring. It might be true that there are moments when pure reason prevails, and the harsh reality of life renders beliefs about Godly love naive, to say the least. Still, when health deteriorates, when death is knocking on the next door, or even at the mere thought that it is knocking on your own, one’s perspective is seriously affected, if not altered. The logic you may have always insisted on, the rationality you may have been striving for all your life, seem to wither, and many things are eventually left to “God’s love”.           I hope and pray that the supreme “factor” which defines human existence, whether It is called Nature, Supreme Intelligence, Life, Fate, Luck, Coincidence, or God, will grant me a decent life and a “good” quick death.                                                                        “God”, if you can hear me, I don’t mean to “push” but, I have always preferred the sea to the mountain…

 

 

Γιατι μισω τις γυναικες / Why I hate women

Standard

(scroll down for English)

Μου είναι δύσκολο να προσδιορίσω πότε ακριβώς γεννήθηκε μέσα μου το μίσος για τις γυναίκες.                                                                   Ως λάτρης της σκέψης του Carl Jung και της θεωρίας του περί του Συλλογικού Aσυνείδητου, υποθέτω πως το μίσος αυτό μου κληροδοτήθηκε από τις προηγούμενες ανδρικές γενιές. Τώρα, το πότε ακριβώς, το συναίσθημα αυτό διέσχισε τη διαχωριστική εκείνη γραμμή του μυαλού και άγγιξε και το συνειδητό μου, δεν είναι εύκολο να το πω.  Πιστεύω όμως πως θα μπορούσε κάλλιστα, αυτό να έγινε την ημέρα εκείνη που σε εκείνο το παιδικό παρτυ, εμφανίστηκε το πρώτο κορίτσι. Την αποφράδα εκείνη μέρα που κάποιος (θύμα προφανώς κι αυτός της πίεσης “ανωτέρω”) έφερε μαζί του την μικρή του αδελφή, ή την ελαφρώς μεγαλύτερη εξαδέλφη του:                                                   “Παιδάκια, κάντε λίγο ησυχία! Γιαννάκη, μη σκαλίζεις τη μύτη σου! Λοιπόν παιδάκια, έχουμε μία δεσποινίδα σήμερα μαζί μας. Να τη προσέχετε, ε;”                                                                                           Αυτά τα λόγια ήταν ένα σοκ που άλλαξε για πάντα τις ανέμελες αγορίστικες ψυχές μας. Το χαρούμενο δωμάτιο όπου μέχρι πρίν λίγο αντηχούσαν οι φωνές, τα ρεψίματα, οι πορδές και το πηγαίο γέλιο που αυτά προκαλούσαν, πάγωσε ξαφνικά. Ο αγαπημένος μας διαγωνισμός ρεψίματος έληξε άδοξα… Εγώ δεν ξανατόλμησα να προσπαθήσω να χωρέσω όλα τα τσίπς στο στόμα μου… Ο Μιχαλάκης, πρός μεγάλη απογοήτευση όλων μας, σταμάτησε να κάνει συνέχεια πως θα ξεράσει… Ο Γιωργάκης σταμάτησε να ανακατεύει τούρτα μέσα στη πορτοκαλάδα… Ένα αόρατο χέρι έσφιξε με δύναμη τα χεράκια του Βασιλάκη, που άνοιξε τα δαχτυλάκια του και άφησε να πέσουν στο πάτωμα τα αγαπημένα του αυτοκινητάκια… Ο Νικολάκης που τελευταία είχε αρχίσει να ξεθαρεύει, μαζεύτηκε σε μιά γωνιά και άρχισε πάλι να πιπιλάει τον αντίχειρα… Και ο καημένος ο Γιαννάκης έμεινε με τη ξεραμένη μύξα στο δάχτυλο, αφού, υπό στενή παρακολούθηση πλέον, όπως όλοι μας, δεν μπορούσε να τη κολλήσει κάτω από το τραπέζι… Ναι, ήταν ο απόλυτος εφιάλτης!  Για όλο το υπόλοιπο απόγευμα, κανείς μας δεν τόλμησε ούτε νερό να πιεί, χωρίς να ρίξει μια κλεφτή ματιά πρός το μέρος της Αννούλας.  Που απλά στεκόταν στη πόρτα, τόσο καθαρή και τόσο μαζεμένη… Και μας κοιτούσε όλους σα σκουπίδια… Η απόλυτη απαξίωση.  Για πολλά χρόνια αναρωτιόμουν πώς γίνεται ένα μικρό κοριτσάκι να έχει την ικανότητα να το κάνει αυτό.  Ώσπου, διάβασα Jung και έπαψα να αναρωτιέμαι…

Τα χρόνια περνούσαν και τα αντικείμενα του μίσους ήταν πάντα εκεί. Στη σχολική αίθουσα, στο προαύλιο, στα παρτυ, στο Λούνα παρκ, στη μπάλα, (ίσως όχι εκεί, αλλά πάντα εκεί γύρω) στο περίπτερο, στο σινεμά… Η ανεμελιά μου είχε πάει περίπατο και η σκέψη και μόνο του ποιά από “αυτές” μπορεί να  έβλεπε, οδηγούσε σε “τροποποίηση της συμπεριφοράς” που έκανε το πνεύμα του Edward Thorndike να χαμογελά.

Στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας, το μίσος αναζωπυρώθηκε επικίνδυνα. Το πρώτο καιρό, οι χρόνος μου κυλούσε με δύο βασικές, απλές ανησυχίες να απασχολούν το μυαλό μου: να μη με σηκώσουν για μάθημα και να δώ λίγο μπούτι καθηγήτριας. Τα πράγματα κυλούσαν έτσι απλά μέχρι που μια μέρα, τις βλέπω, θαρρείς για πρώτη φορά, να έρχονται στο “απογευματινό”. Φθάνουν σε μικρές ομάδες, φορώντας εκείνες τις υπέροχες μπλέ ποδιές, που υπήρχαν ακόμη και που κατά τη γνώμη μου κανένα συνολάκι Dior ή  DKNY δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει. Είναι όλες τόσο χαρούμενες. Και μυρίζουν υπέροχα. Και γελάνε συνέχεια, με ένα γελάκι εκνευριστικό, που όμως είναι σαν μελωδία στα αυτιά σου. Και τινάζουν πίσω τα μαλλιά τους 47 φορές το λεπτό. Και κάτι στο βλέμμα τους έχει αλλάξει. Εξακολουθεί να είναι το βλέμμα της απαξίωσης. Ναι, πάλι σα σκουπίδι σε κοιτάνε. Μόνο που τώρα το βλέμμα τους σου λέει: “Είσαι το δικό μου σκουπίδι”… Και το μισείς αυτό… Γιατί το λατρεύεις αυτό…                                                         Μισείς το γεγονός οτι έχεις αρχίσει να δυσκολεύεσαι να κοιμηθείς, να συγκεντρωθείς και  να απολαύσεις τη παρέα των φίλων σου.  Το μόνο που σε απασχολεί είναι πως θα σβήσεις αυτό το απαξιωτικό, ειρωνικό, μαγευτικό βλέμμα από τα μάτια τους. Και κάνεις 100 κοιλιακούς και 60 push ups την ημέρα ακούγοντας Led Zeppelin… Και τα βαράκια είναι πια μόνιμες προεκτάσεις των χεριών σου…  Και παθαίνεις θλάσεις που θα σε ακολουθούν όλη σου τη ζωή. Και μισείς το ότι, ενώ η μάνα σου σου φτιάχνει μακαρόνια με κιμά, το αγαπημένο σου, εσύ δεν θα φας πάλι, γιατί το Σάββατο έχει παρτυ και θα είναι κι “αυτές” εκεί.

Πολύ σύντομα το γενικευμένο μίσος αρχίζει και εστιάζεται. Αποφασίζεις πως μία από “αυτές” θα δεχθεί όλο το μένος σου. Μία από αυτές, θα υποστεί τις συνέπειες για “εκείνο το βλέμμα” που δολοφόνησε την ανεμελιά σου, για τις άγρυπνες νύχτες, για τις θλάσεις, γιά όλες τις μακαρονάδες που στερήθηκες. Tο “Immigrant song”  αντικαθίσταται από το “Close to you” στα ακουστικά, για να μη σε κράξει ο ροκάς γείτονας. Αφήνεις τα βαράκια και πιάνεις μολύβι και χρωματιστό χαρτί και κάνεις τη πρώτη σου απόπειρα στη ποίηση. Αυτά που γράφεις σου προκαλούν αναγούλα, αλλά έχεις καταστρώσει το τέλειο σχέδιο. Αυτές η αηδίες στο ρόζ χαρτί και ένα μπουκέτο λουλούδια, θα σβήσουν μιά και καλή το ειρωνικό χαμόγελο και το απαξιωτικό βλέμμα. Και στο πάρτυ, θα πάρεις την εκδίκηση σου!       Αχ, κακόμοιρε… Που πάς ξυπόλητος στ’ αγκάθια; Τά μόνα που απαιτήθηκαν για να σε κατατροπώσει, ήταν ένα ακόμη βλέμμα, εκείνο της παγερής, θανατηφόρας αδιαφορίας, που μόνο θηλυκά μάτια μπορούν να “ρίξουν” και το να χορέψει το “You’re my everything” με κάποιον άλλο κακομοίρη.  Δεν σου είπε κανείς πως δεν μπορείς να νικήσεις;  Που πήγε το Συλλογικό Ασυνείδητο κε Jung;  Ένα!  Ένα, από τα εκατομμύρια ηττημένα αρσενικά του παρελθόντος, δεν μπορούσε να με προειδοποιήσει πως αυτός ο πόλεμος δεν κερδίζεται; Πως το οπλοστάσιο και οι τακτικές μάχης που διαθέτουν είναι ασύγκριτα;                                                                                             Τώρα πιά, το μόνο πράγμα που συγκρίνεται με το μέγεθος του μίσους που τρέφεις γι “αυτές”, είναι το μέγεθος των αμφιβολιών σου…

Μεγάλωνα και το τέρας του μίσους μου μεγάλωνε μαζί μου. Ούτε οι σπουδές, ούτε οι ξένοι τόποι και οι διαφορετικές κουλτούρες, ούτε η ενηλικίωση, ούτε οι εμπειρίες κατάφεραν να το περιορίσουν. Το αντίθετο! Τα πάντα το έτρεφαν!  “Αυτές” ήταν παντού και πάντα εκεί. Με το βλέμμα, και το γέλιο και το τίναγμα των μαλλιών διαρκή και απαράλλαχτα…

Μέχρι που έφτασε εκείνη η μέρα που η ζωή,  (ναι, η ζωή, το απόλυτο θηλυκό)  κάνει φάρσα στον άντρα και με το γάμο, του δημιουργεί την πρόσκαιρη ψευδαίσθηση της πολυπόθητης νίκης. “Τη κέρδισα!” σκέφτεσαι. “Τέρμα τα παιχνίδια!”                                                             Και το σύμπαν αντηχεί με το ίδιο εκείνο εκνευριστικό γελάκι του “απογευματινού Θηλέων”.  Είναι οι μοίρες που γελάνε… και τινάζουν τα μαλλιά τους …

Έζησα, ζώ και θα πεθάνω με το μίσος για τις γυναίκες να πλημμυρίζει τη ψυχή και το μυαλό μου.                                                                     Το μόνο χειρότερο από το ίδιο το μίσος, είναι η “καταραμένη” επίγνωση του πόσο άχρωμη, άοσμη, άγευστη, ανούσια και άχρηστη θα ήταν η ζωή μου χωρίς “αυτές”… 

It is hard to precisely define when my hatred for women came to be.                                                                                         Being a fan of Carl Jung and his theory of the collective unconscious,  I’m inclined to assume that this hatred was bequeathed to me by males of past generations.  If I had to guess as to when this emotion actually crossed over from the unconscious to the conscious mind, I would have to say that this probably happened the day a girl joined our little boys’ party.  That dreadful day when someone brought along his kid sister, or slightly older cousin, to our party.                                                                                               “Boys, boys! Settle down now… Johny, stop picking your nose! Boys, a young lady has just joined us. Be nice and behave!”                                                                                         Those words came as a true shock! The room that up until that moment echoed with happy voices, sounds of burping and farting and uncontrollable laughter, instantly froze. Our ongoing, beloved, burping competition,  had been rudely interrupted… l had to stop stuffing potato chips into my mouth… To the great disappointment of all of us, Mickey stopped pretending to throw up… George quit mixing cake into the fruit punch…  An invisible hand pried open poor little Billy’s fingers, forcing him to drop his favorite toy cars to the floor…  Little Nicky, who had just recently started to come out of his shell, retreated into a corner and started sucking his thumb again…  And poor Johny was left with a booger on his finger, for he was now, like the rest of us, under tight surveillance and therefore could not stick it under the table…  Yes it was a nightmare!  For the rest of the afternoon, no one dared even take a sip of water, without glancing at neat, shy little Anne. Who just stood there at the door, looking at all of us like we were trash…  For years I wondered how on earth a little girl  could be capable of  such utter scorn.  Then I read Jung and stopped wondering…

The years went buy and the ones responsible for my hateful sentiments were always right there…  If not there, always  “around”.  At school, parties, the movies, the fast food place, the ballgame… My carefree days were  no more. The mere thought that one of “them” might be watching, lead to constant behavior modification and put a smile on the face of  Edward Thorndike’s spirit.

During the tough times of adolescence, hatred reached dangerous levels.  In the early stages,  two were the main concerns that troubled my teenage mind: how to avoid being called on in class and getting a peek at the French teacher’s shapely thighs. It wasn’t long before things got a bit more complicated.  One day, I noticed “them” coming to school. Seemed like I had never seen them before. Walking in small groups, wearing those mandatory blue uniforms that they themselves despised, but I firmly believe that no  Dior or  DKNY outfit will ever surpass. They all looked so happy. And smelled lovely…  Laughing constantly, with an annoying little laugh that should be getting on my nerves, but instead was like music to my ears…  Flicking their shiny, amazing hair 47 times a minute…  And that look in their eyes had changed, it seemed. Oh, it was still that same look of contempt.  They still looked at you like trash. Only now their look seems to say: “You are my trash”.  And you hate that… Because you adore that…                                                                                     You hate the fact that it’s getting harder and harder for you to sleep, to concentrate, to enjoy the company of your friends. You are becoming obsessed with one idea and one idea only: How to wipe off, once and for all, that insulting, pretentious, enchanting  look from their eyes. So, you do 100 sit ups and 60 push ups daily, listening to Led Zeppelin.  And dumbbells become permanent extensions of your arms, causing muscle pulls that will follow you for the rest of your days. And you are so angered by the fact that, even though your mom has made spaghetti and meatballs  -your favorite- again, you won’t be eating, again, cause there’s a party on Saturday and “they” are going to be there too.

Eventually, my generalized hatred began to “focus”.  I decided it was time that one of “them” would receive all my wrath.  One of “them” would simply have to bear the consequences of “that” look that tainted my carefree soul, caused sleepless nights and muscle pulls and deprived me of my buddies and of so many plates of spaghetti and meat balls.                                                                                           “Immigrant Song” is replaced by “Close to you”, on headphones, so as not to provoke the rocker neighbor ; dumbbells are set aside ; my “weapons” now are a pencil and some colored paper. Behold my first attempt at poetry! What I write makes me want to puke… But it’s part of my ingenious plan. This corny bullshit on the pink paper and a bouquet of flowers, will permanently remove “that” look and that faint, ironic smile. Yes, at the party, I shall finally have my revenge…                                               Pitiful me! “Don’t you know little fool, you never can win?” It only took two things for you to get walloped: a look of sheer indifference,  – one that only female eyes can cast – and dancing “You’re my everything” with another victim.  Nobody warned me How about that collective unconscious now, Mr. Jung? You’d think that one, just one, of those millions of defeated poor male bastards, could have “told” me that I can’t win this war. That “their” arsenal and war tactics are incomparable.                                 Now, the only thing that measures up to the magnitude of your hatred, is the magnitude of your self doubt.

As I grew older, the “monster” of hatred grew with me. Not education, not foreign lands and their melting pots, neither experience nor coming of age managed to contain it. On the contrary, everything seemed to feed it. “They’ were always there… Everywhere… With “that” look in their eyes, and their laugh, and their hair flicking as constant and unaltered as ever…

And then, one day, life -life must be a woman, in fact life must be the ultimate female- is in one of her moods. And decides to play another trick on yet another male: “Marriage!” That female practical joke that is designed to give you the temporary illusion of a so desired victory… “I’ve won her!” you think to yourself… “NO MORE GAMES!”  And the universe echoes with that same laughter you used to hear as you watched “them” walking to school… It’s the Fates… Laughing and flicking their hair… 

I have lived thus far with the hatred for women having taken hold of my mind and soul. It will be with me till my dying days.

The only thing worse than the hatred itself,  is the awareness of just how colorless, flavorless, scentless, pointless, useless my life would be without “them” in it…