Αρτεμις / Artemis

Standard
(scroll down for English)
Η μητέρα μου βρέθηκε στην Αμερική σε σχετικά μεγάλη ηλικία. 
Παρά την ηλικία της και τα προβλήματα υγείας, επέμενε πως, πριν πάρει την υπηκοότητα, θα έπρεπε να μάθει Αγγλικά. Επειδή, απλά, αυτό ήταν το σωστό…
Ξεκίνησε απογευματινά μαθήματα στο τοπικό σχολείο και μερικές μόνο ημέρες μετά, η δασκάλα της με είχε πάρει τηλέφωνο και φανερά συγκινημένη, μου είχε πεί πόσο “ξεχωριστός άνθρωπος είναι η Άρτεμις”…
Μετά από λίγα μόλις μαθήματα, έγραψε αυτή την “Έκθεση” που ξαναβρήκα 30τόσα χρόνια μετά και που μου θύμισε ακόμη μιά φορά πόσο πολύ και γιατί μου λείπει…

2-artemis

My mom found herself in the USA in the latter part of her life.
Before becoming naturalized, despite her age and health issues, she insisted that she had to learn English. Simply because that would be the right thing to do…
She started taking evening courses at the local school and it was only a few days later that I got a very emotional call from her teacher who “just wanted to say what a special person Artemis is”…
After very few lessons, she put together this “composition” which I rediscovered 30 something years later and which reminded me once again the reasons why I miss her so much…

                       2-artemis

Advertisements

Στιγμες / Moments

Standard
(scroll down for English)
 – ” Με ακούτε κύριε … ; Όλα θα πάνε καλά…”                                                    – ” … “
Λίγο δύσκολο να λάβεις το ευεργετικό μήνυμα των λόγων αυτών, όταν βρίσκεσαι ξαπλωμένος ανάσκελα σε χειρουργικό κρεβάτι, με το οπτικό σου πεδίο πλημμυρισμένο από μηχανήματα, σωλήνες, σωληνάκια και μερικούς ακόμη σωλήνες παραδίπλα. Με το μονότονο, χαμηλό αλλά συνάμα εκκωφαντικό ήχο ενός παλμογράφου, να πνίγει όλους τους άλλους ήχους, ανθρώπινους και μή. Με ένα ψυχρό ταβάνι, σαν και τα άλλα ταβάνια που σου κράτησαν για καιρό συντροφιά και σου πρόσφεραν μία φιλία που εσύ δεν θέλεις, να σε κοιτάζει επίμονα από ψηλά. Με το σώμα τραυματισμένο και το μυαλό φυλακισμένο σε σκοτεινό κελλί…                                                     Και εντελώς ξαφνικά, τα δεσμά σπάνε και ο νούς αρχίζει ένα ξέφρενο τρέξιμο σε μία άχρωμη αλλά φωτεινή διάσταση, όπου σε περιτριγυρίζουν μόνο εικόνες. Γνώριμες εικόνες από τη ζωή σου, όμορφες και άσχημες μαζί, που υψώνονται σαν τείχη μπροστά στον εχθρό φόβο που εξαπολύει τη μεγάλη επίθεση.             Εικόνες σαν παλιές φωτογραφίες σε ένα λεύκωμα που ξεφυλλίζεις με απίστευτη ταχύτητα. Φωτογραφίες που τραβήχτηκαν με τη κάμερα που σου δώρισε ο Μεγάλος Σκηνοθέτης…                                                                                 Μία μητέρα που χαιδεύει στοργικά το αγοράκι της που άλλαξε δωμάτιο και φοβάται το σκοτάδι. Ένας πατέρας που προσφέρει τα στιβαρά χέρια του στο μικρό γιό του, για να παίξει με αυτά, κάτω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δύο ξαδέλφια που καλύπτουν τα νώτα σου στο “πόλεμο” του κήπου. Ένας φίλος που μαζί του στήνεις ένα ολόκληρο κόσμο στο χαλί, πρίν έρθει η μητέρα του να τον πάρει. Το πρώτο ψάρι με το ψαροτούφεκο του πατέρα. Ένα παιχνίδι μπάσκετ στην αρένα συναισθημάτων που είναι το σχολικό προαύλιο. Ένα αγόρι που ακούει ένα δίσκο μέσα στη νύχτα, ξανά και ξανά και ανατριχιάζει ξανά και ξανά μέχρι το ξημέρωμα. Ένα κορίτσι με μία θάλασσα μαλλιά και χίλια ανείπωτα λόγια πίσω από σφραγισμένα χείλη, που κόβει την ανάσα του αγοριού και του κλέβει τη καρδιά. Παιδικοί φίλοι που γελούν μέχρι δακρύων, κοιμούνται κάτω από τα άστρα και ερωτοτροπούν με τη ζωή. Ένας έφηβος, μόνος σε ένα αεροπλάνο για μία μακρινή γή, συντροφιά με ένα τραγούδι. Ένα αυτοκίνητο, το πρώτο. Ένα χαρούμενο καλωσόρισμα και ένα θλιβερό αντίο σε ένα αεροδρόμιο. Ένας καθηγητής που επιβραβεύει τη προσπάθεια ενός φοιτητή. Μία κοπέλα που εκμυστηρεύεται τον έρωτα της. Ένα τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα από τη μέση ενός ωκεανού. Ένας νέος άνδρας που γονατίζει δίπλα σε μνήμα, ξανά και ξανά. Πρόσωπα που αντικατοπρίζουν φιλίες που γεννήθηκαν μέσα στη θάλασσα και ωρίμασαν με πορείες παράλληλες. Ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που αγκαλιάζει το νεογέννητο του. Ένα αγαπημένο πρόσωπο που ξεψυχά στα χέρια ενός ξαδέλφου που δεν είχε τη δύναμη να του καλύψει τα νώτα. Ένα πλοίο που ταξιδεύει μία οικογένεια και τα όνειρα της. Ένα αγαπημένο ζώο που ξεψυχά. Ένα πλάσμα που σου χαρίζει το αθώο βλέμμα του μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Ένας άντρας με το μάγουλο ακουμπισμένο στη κοιλιά της γυναίκας του, που ψυθιρίζει ξανά σε ένα αγέννητο παιδί. Δύο αδέλφια που παίζουν μουσική και κάνουν τη ψυχή ενός πατέρα να σκιρτήσει. Ένα παιδί που ανοίγει τα φτερά του και πετάει αγέρωχα, πλημμυρίζοντας τους γονείς του με γλυκό πόνο και υπερηφάνεια. Ένα άλλο που σμιλεύει το κορμί και το μυαλό του και ανδρώνεται.                                                                 Δύο αδέλφια που αγκαλιάζουν μία μητέρα με μία θάλασσα μαλλιά και χίλια ανείπωτα λόγια πίσω από σφραγισμένα χείλη, που κρατάει ακόμη τη καρδιά που έκλεψε… Και ένας άντρας που κοιτάζει και μέσα του νοιώθει πως δεν θα της τη ζητήσει ποτέ πίσω και πως αν είχε μία δεύτερη, μάλλον θα της τη χάριζε κι αυτή…
Η ζωή είναι στιγμές… Η ζωή είναι μία στιγμή…
– “Όλα πήγαν καλά. Με ακούτε;”
– “Ναι σας ακούω…”
Φαίνεται πως έχω μερικές ακόμη φωτογραφίες να τραβήξω… 
– ” Sir, can you hear me?  Everything is going to be just fine.”         – ” … “
It’s rather hard for comforting words  -or any words for that matter-  to get through to you, when you are lying on a surgical bed, surrounded by intimidating medical equipment and tubes of all kinds and sizes. When the dominant sound is the droning, low, but deafening one of a heart rate monitor. When a cold ceiling -just like so many other ceilings that kept you company for the longest time and offered you a friendship you did not desire- is staring down at you. When your body is injured and your mind incarcerated in a dark cell.                                               And then, suddenly, bonds are shattered and the mind begins a frenzied run in a colorless, yet bright dimension, filled with images. Familiar images of your life, both beautiful and wretched ones, that build a fortress against the enemy Fear, that is launching the great assault.  Images like old photographs in a scrapbook you browse at the greatest of speeds. Photographs that were taken with the camera given to you by the Great Director.                                                                                 A mother, gently caressing her little boy who has just moved into his own room and is afraid of the dark. A father offering his strong hands to his little son, for him to play with, under a Christmas tree. Two cousins who always cover your back in the “war” of the back yard. A friend with whom you set up an entire world on the floor, before his mother arrives to pick him up. That first fish caught with father’s spear gun. A basketball game in that arena of emotions which is a school yard. A young boy listening to a vinyl record throughout the night, over and over again, shivering again and again until first light. A girl with a sea of hair and a thousand unspoken words behind sealed lips, who takes away a boy’s breath and steals his heart. Childhood friends that laugh until they cry, fall asleep under the stars and court with life. A teenager alone on a plane to a distant land, with a single song to keep him company. A car. The first ever. A joyous welcoming and a sad parting at an airport. A professor recognizing a student’s work. A beautiful woman confessing her love. A phone call from the middle of an ocean, late at night. A young man kneeling next to a grave, time and time again. Faces reflecting friendships that were born in the sea and matured over time, through parallel lives. A happy couple embracing their newborn. A loved one dying in the arms of a cousin who just couldn’t cover his back. A ship carrying a family and their dreams. A creature that grants you a look full of innocence, in the endless blue of the sea. A faithful dog that dies in the arms of her master. A man resting his cheek on his wife’s belly, whispering yet once more to an unborn child. Two brothers playing music, making a father’s soul content. One child spreading his winds and flying courageously, filling his parents’ hearts with sweet pain and pride. Another one shaping his body and mind and slowly becoming a man. Two brothers embracing a mother with a sea of hair and a thousand unspoken words behind her sealed lips, who is still holding on to the heart she stole. And a man looking on, realizing deep down that he is never going to ask her to give it back and that if he had a second one, he would probably give her that one too.
Life is moments… Life is a moment…
– ” Everything went just fine, sir… Can you hear me? “
– ” Yes, I can hear you… “
Seems that I still have some photographs to take…