“What’s our motto…?”

Standard
(scroll down for English)
-“Hey, big guy… What’s our motto?”                                                 -“Ha, ha, ha…”                                                                                           -“Don’t laugh, Greek! Come on, I wanna hear you say it… What’s our motto?”                                                                                                 -“Uhh, Fuck them before they fuck you?”                                   -“Damn right! And don’t you ever forget it!”
Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, που το πνεύμα των ημερών αφυπνίζει, ή τουλάχιστον προσπαθεί να αφυπνίσει συναισθήματα και σκέψεις αγάπης για τον συνάνθρωπο, μου έρχεται στο μυαλό ο παραπάνω “χαριτωμένος” διάλογος, τον οποίο ο Jerry κι εγώ επαναλάβαμε άπειρες φορές στα χρόνια της γνωριμίας μας. Εξελίχθηκε σε ένα είδος χαιρετισμού, σύντομα μετά την πρώτη φορά που τον συνάντησα.                                               Ήμουν φοιτητής στο πανεπιστήμιο της Maryland, στο College Park και έψαχνα γιά δουλειά. Το πιό δημοφιλές fast food εστιατόριο της περιοχής, το “Hungry Herman’s”, έτυχε να προσλαμβάνει και ο Jerry μού έκανε τη συνέντευξη. Τον συμπάθησα από την πρώτη στιγμή και νομίζω πως το συναίσθημα ήταν αμοιβαίο. Ήταν πρόσχαρος και πνευματώδης. Μου έκανε μερικές παράξενες, ασυνήθιστες ερωτήσεις και τελικά μου έδωσε την δουλειά. Δεν ξέρω αν το αφεντικό μου και λίγο μετέπειτα φίλος, είδε κάτι σε μένα που τον έπεισε πως το δικό του “ρητό ζωής” θα έπρεπε να γίνει και δικό μου, ή ακόμη αν ήταν πραγματικά το δικό του, ή αν απλά αστειευόταν. Όπως και να ‘χει, τα λόγια του, που τα άκουγα σχεδόν καθημερινά, κατάληξαν να είναι κάτι περισσότερο από ένα αστείο. Όπως είπα, ο Jerry ήταν αστείος τύπος -και οπαδός της μαριχουάνας, που τον έκανε ακόμη πιό αστείο- και κάθε φορά που τα ξεστόμιζε με τον ιδιαίτερο τρόπο του, λυνόμουν στο γέλιο. Σύντομα όμως το γέλιο άρχισε να ακολουθείται από σοβαρές σκέψεις. Γιατί μπορεί να είναι έξι μόνο λέξεις, εκ των οποίων οι δύο βρισιά, αλλά κλείνουν μέσα τους μία ολόκληρη φιλοσοφία ζωής. Είναι περίεργο το οτι τα λόγια αυτά, παρότι άξεστα, συναγωνίστηκαν μέσα στο μυαλό μου λόγια των Jung, Skinner, Hemingway και Marx -ναι, Marx σε αμερικανικό πανεπιστήμιο- που διά στόματος των καθηγητών μου, άκουγα καθημερινά στα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου. Και γέννησαν πολλές σκέψεις στο μυαλό ενός φιλόδοξου ψυχολόγου.                                                                                                   Ως όντα που είναι υποχρεωμένα να συμβιώνουν (ίσως περισσότερο υποχρεωμένα από κάθε άλλο), τί στάση πρέπει να επιλέξουμε τελικά μέσα στο κοινωνικό μας σύνολο; Μία παθητική, με σχετικό βαθμό εμπιστοσύνης πρός τους άλλους, ή μία επιθετικη, που θεωρεί δόλια την ανθρώπινη φύση; Και ως γονείς, βάσει ποίας αντίληψης θα εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας; Και πως επηρεάζει η επιλογή μας τις ζωές μας;                                     Δεν έχω καταφέρει ακόμη να δώσω απαντήσεις. Το μόνο που έχω καταφέρει, είναι να εξάγω κάποια σίγουρα (;) συμπεράσματα τα οποία, ενδεχομένως, να με ωθήσουν σε κάποια απόφαση -κατά προτίμηση όσο ζώ ακόμη- σχετικά με το πώς πρέπει να αντιμετωπίζω τους συνανθρώπους μου. Τα συμπεράσματα μου είναι:                                       1. Η ανθρώπινη φύση είναι εξαιρετικά ανταγωνιστική. Η ανάγκη για επιβίωση το κάνει αυτό σε όλα τα όντα που μοιράζονται αυτόν τον πλανήτη, αλλά στους ανθρώπους, ο ανταγωνισμός (όπως άλλωστε και τα περισσότερα από τα κοινά μας χαρακτηριστικά με τα άλλα ζώα) έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Ίσως εξαιτίας της επιδεξιότητας μας και της ταχύτητας εξέλιξης της νοημοσύνης μας, όπως και του επακόλουθου, συνεχώς αυξανόμενου, ελέγχου του περιβάλλοντος. Ίσως επίσης λόγω της μοναδικής (πιθανόν) σε ολόκληρο το ζωικό βασίλειο έννοιας ενός υπέρτατου όντος και της φιλοδοξίας ταύτισης με αυτό. Όποιος και να ‘ναι ο λόγος, στις ανθρώπινες κοινωνίες ο βαθμός ανταγωνισμού είναι δυσανάλογος με την επιβίωση, όπως αυτή νοείται στη φύση. Ο ανταγωνισμός, ο οποίος προωθεί την επιθετικότητα, είναι πάγιος τρόπος ζωής και όποιος “παρεκλίνει” από αυτό το μοντέλο, βρίσκεται αυτόματα σε μειονεκτική θέση.                                                                                           2. Κάποιοι άνθρωποι, εκ φύσεως, δεν είναι καλοί στον ανταγωνισμό. Όπως δεν είναι όλοι καλοί στο κολύμπι. Όταν δεν είσαι αποτελεσματικός στον ανταγωνισμό, είτε αποσύρεσαι από το παιχνίδι, (με τις ανάλογες θετικές και αρνητικές συνέπειες) είτε κατατροπώνεσαι, είτε αναζητάς αντισταθμιστικούς τρόπους επιβίωσης που για να είναι αποτελεσματικοί, συνήθως είναι κι αυτοί επιθετικοί. Μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα…             3. Καμία επιλογή δεν εγγυάται επιτυχημένη διαβίωση. Οι παράμετροι είναι απλά πάρα πολλές.
Έφτασα σε κάποια ηλικία και ο προβληματισμός εξακολουθεί να υφίσταται. Kάθε νέα εμπειρία που προστίθεται στη σωρό, και κάθε “κλείσιμο” μίας ακόμη χρονιάς, μου θυμίζει το “ρητό” του Jerry. Δεν γελάω πιά… Χαμογελώ. Και δεν είναι χαμόγελο ικανοποίησης αλλά πίκρας. 
-“Hey, big guy… What’s our motto?”                                                 -“Ha, ha, ha…”                                                                                           -“Don’t laugh, Greek! Come on, I wanna hear you say it… What’s our motto?”                                                                                                 -“Uhh, Fuck them before they fuck you?”                                   -“Damn right! And don’t you ever forget it!”
At the same time, every year, when the Holiday spirit awakens, -or at least tries to awaken- thoughts and feelings of love towards our fellow man, the above dialogue comes to mind.         It is one that Gerry and I would eventually start having almost every day, one that was repeated thousands of times. In fact, it became sort of our favorite way of greeting each other, soon after we met for the first time.                                                               It was 1981, I was a student at the University of Maryland and had been looking for a part time job. A fast food restaurant -the local favorite “Hungry Herman’s”- was hiring and Gerry conducted my interview. I liked him from the first moment and I think the feeling was mutual. He was a bright, witty guy who asked me some weird -as in “unconventional”- but intelligent questions and finally gave me the job. I don’t know if there was something in my answers that had convinced him that his personal motto ought to become mine too, or even if that was truly his motto or if he was just fooling around. Regardless, that sentence, which I heard almost everyday, when I showed up for work, all throughout my shift and when I left, soon became more than a funny line. Like I said, Gerry was a funny -weed smoking- guy and he’d crack me up every single time he said it, but eventually his words became food for thought.
Up until the moment when I heard that phrase, I was a rather naive young man. I was a university student, maturing in auditoriums day by day, taking in Jung, Skinner, Fitzgerald and Marx; yes, there are, -or at least were back in the ’80’s- courses on communism in US universities. While cooking over a grill in the afternoons and week ends, I found myself puzzled by Gerry’s words which were actually “competing” in my mind with those of giants of intellect. And my mind being that of an aspiring psychologist, generated some thoughts:                                         As beings that are compelled -perhaps more so than any other being- to coexist, what should our attitude toward other members of the social group be? Maybe a passive one, characterized by a relatively high degree of trust? Or maybe an aggressive one that aims to protect against treacherous human nature? Eventually, as parents, based on which notion should we educate and train our children? How will our lives, and theirs, be affected by our choice?                                                                             I have yet to come up with a definite answer. The only thing I have managed to do, is draw some definite (?) conclusions, which might help me to eventually -preferably before I die- decide on what is the best way to deal with my fellow man. These are my conclusions:                                                                     1.By nature, man is extremely competitive. The need for survival, of course, does this to all animals sharing the planet. Still, with humans, competition -like most of the common characteristics we share with other species- has advanced to a whole new level. This might be due to our rather unique dexterity and the speed of evolution of our intelligence and the consequent, inevitable manipulation and control of our environment. As well as the possibly unique in the animal kingdom notion of a supreme being and the desire and ambition to identify with “it”.  Whatever the reason, in human societies, competition is disproportional to the genetically and/or environmentally imposed natural need for survival. Competition, which requires and promotes aggression, appears to be a standardized way of life and those who deviate from it are automatically at a disadvantage.                                         2.By nature, some people are not good at competing. Just like not everyone is a good swimmer. When one is ineffective at competing, one a) can -or should- withdraw from the “game” -suffering the consequences, whether good or bad- b) is annihilated or c) seeks alternative ways of survival behavior which, given the milieu, only stand a chance if they are aggressive. Talk about being stuck between a rock and a hard place…                                                                                                           3.No choice guarantees successful living or happy living. Parameters are simply too numerous and too complicated.
I have reached a certain age and the puzzling question remains. With every new experience that is added to the pile and at closing time each year, I am reminded of Jerry’s words. I haven’t laughed in a while. I do smile, though. Only it’s a bitter smile…

 

Advertisements

Λυτρωση / Redemption

Standard
(scroll down for English)
-“Μπαμπά, ν’ ακούσουμε εκείνο το τραγούδι που σου αρέσει;”  -“Ποιό λές, αγόρι μου;”   -“Εκείνο που λέει: “Daddy …”   -“Σε λίγο παλληκάρι μου… ”   -“Έλα να το ακούσουμε τώρα μπαμπά!  Μου αρέσει κι εμένα!”   -“Σε λίγο, σου λέω… Πρέπει να βρώ και το δίσκο…”    -“Ξέρω σε ποιό δίσκο είναι.  Αυτόν με το έντομο.  Να κοίτα!  Τον βρήκα!  Έλα να τον βάλουμε…”   -“Χρηστάρα, δεν σου έχω πεί να μη πειράζεις τους δίσκους μου ;”   -“Ναι μπαμπά, αλλά μου αρέσει πολύ!  Έλα να …”                                                                                …                                                                                                               Ο ανεπαίσθητος ήχος που ακολούθησε τα λόγια του 9χρονου γιού μου δεν μου άρεσε καθόλου. Ένα γεμάτο απορία αλλά και ομολογουμένως φοβισμένο βλέμμα που αντίκρυσα γυρνώντας πρός το μέρος του, επιβεβαίωσε το δικό μου φόβο: Το ταλαιπωρημένο από τα χρόνια και την υγρασία εσώφυλλο δεν είχε αντέξει και η βαρύτητα είχε οδηγήσει πρός το ανελέητο πάτωμα το δίσκο, που σπάζοντας, έκανε και τους δυό μας να ανατριχιάσουμε…  Η φωνή του μικρότερου 4χρονου γιού μου έσπασε και τη παγερή σιωπή:  -“Τι έκανες ρε βλάκα; Αυτό ήταν Steely Dan…!”                                                             Ναι… Ήταν όντως Steely Dan… Το αγαπημένο μου συγκρότημα… Και το θανάσιμα τραυματισμένο LP “Katy Lied”, αγορασμένο από ένα δισκάδικο στο Brooklyn, κοιτόταν πάνω στο λευκό πλακάκι με μαύρα κομματάκια γύρω του. Είναι παράξενη η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν άνδρα (ίσως και σε μία γυναίκα, δεν ξέρω) και το βινύλιο του… Λές και πάνω στο μαύρο υλικό, είναι χαραγμένες και οι στιγμές της ζωής του.  Στεναχωρήθηκα και θύμωσα και η πρώτη ενστικτώδης αντίδραση ήταν να μαλώσω το γιό μου… Όμως μου φάνηκε τόσο συντετριμμένος, έτσι γονατισμένος στο πάτωμα, με τα χέρια του να τρέμουν ελαφρά, που δεν το έκανα… Περιορίστηκα στο να πω “Ιάσωνα, μη βρίζεις…!” (κάτι πολύ συνηθισμένο) και να προσθέσω ένα “Άλλη φορά να ακούς, Χρήστο”  και βγήκα στο κήπο.  Η σκέψη του σπασμένου δίσκου έφυγε γρήγορα από το μυαλό μου… Δεν μπορώ να πώ το ίδιο και για τις άλλες σκέψεις που με πλημμύρισαν… “Γιατί ο γιός μου φοβήθηκε; Εντάξει, έκανε μια “αταξία” αλλά, φοβήθηκε υπερβολικά ή μου φάνηκε; Του έχω δώσει λόγο να με φοβάται; Θέλω να με σέβεται, όχι να με φοβάται… Μάλλον αυτό ήταν… Σεβασμός και παράλληλα λίγο φόβος… Ή μήπως όχι; Μήπως έχω υπάρξει υπερβολικά αυστηρός; Δεν νομίζω… Άλλωστε πρέπει να είμαι αυστηρός, δεν πρέπει;”                                                                                                       Οι άνθρωποι είμαστε γενικώς “παρανοïκά” όντα.  Κι όταν γινόμαστε γονείς, η “παράνοια” αυξάνεται.  Είναι πραγματικά απίστευτο το πως, φαινομενικά ασήμαντα γεγονότα μπορεί να κάνουν το μυαλό  να στροβιλίζεται σε δίνες ανησυχίας. Το πώς οι σκέψεις αποτυπώνονται και σε καταδιώκουν για πάντα.  Και κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει… Εκτός ίσως από ένα καλό ψυχολόγο.  Ο οποίος όμως, για να σε καταλάβει, θα πρέπει να είναι ο ίδιος γονιός. Οπότε, αυτόματα, είναι και ο ίδιος”παρανοïκός”…  Τι φαύλος κύκλος Θεέ μου… Τι το ήθελες το “Αυξάνεστε & πληθύνεστε” ; 
Το περιστατικό με το δίσκο συνέβη τόσο πολλά χρόνια πρίν… Μόλις χθές… Ο γιός μου είναι 22 χρόνων άντρας πλέον. Κι εγώ πολύ μεγαλύτερος από τον άντρα που ήμουν. Και πιό “παρανοïκός” από ποτέ.  Mε τις ίδιες σκέψεις να με καταδιώκουν πάντα.                                                                                     Είχα τα γενέθλια μου πρόσφατα.  Χθές, η γυναίκα μου, φτάνοντας σπίτι από τη δουλειά, ακούμπησε ένα πακέτο πάνω στο γραφείο μου.  “Αυτό από Γαλλία, από το γιό σου το μεγάλο” μου είπε.  “Τι είναι;” ρώτησα απορημένος.  “Δεν ξέρω” απήντησε καθόλου πειστικά.  Με χειρουργική επιμέλεια  -αν εξαιρέσει κανείς τα ελαφρώς τρεμάμενα χέρια μου-  άνοιξα το πακέτο. Το “Katy Lied” με “κοιτούσε” ξανά. και το βάρος στα χέρια μου ήταν “σωστό” καθώς υπήρχε δίσκος μέσα… Ατόφιος δίσκος… Υπήρχε και αυτή η κάρτα…
02-03-2015 08;12;29AM
Είναι μεγάλη η χαρά που προξενεί η συνειδητοποίηση πως κάποιος σε σκέφτεται… Γιατί όταν είσαι στο μυαλό του, μάλλον είσαι και στη καρδιά του. Η χαρά είναι απερίγραπτη όταν αυτός ο κάποιος είναι το παιδί σου.  Το οτι υπάρχει “σκέψη” σημαίνει πως υπάρχει και συναίσθημα.  Και προσωπικά, δεν μπορώ να σκεφτώ καμμία “θεραπεία” για την ανθρώπινη “παράνοια” που να είναι τόσο αποτελεσματική όσο το ανθρώπινο συναίσθημα.  Η έκφραση των συναισθημάτων ζεσταίνει τη καρδιά, καθησυχάζει το νου και αργά ή γρήγορα, αλλά σίγουρα, λυτρώνει από σκέψεις “φαντάσματα” που συσσωρεύονται σε μια ζωή και μπορεί να σε καταδιώκουν.                                                         Τελικά, ήταν σεβασμός… Και ακόμη κι αν υπήρχε φόβος, φαίνεται να έχει περάσει πια…  Θεέ, το  “Αυξάνεστε και πληθύνεστε” είναι εντάξει, τελικά… 
Γιέ μου, σ’ευχαριστώ. Πρόσεχε μόνο γιατί και αυτό το εσώφυλλο κατέληξε να είναι ταλαιπωρημένο από υγρασία… Το συναίσθημα συχνά υγροποιείται και ξεχειλίζει, βλέπεις… Θα είναι δύσκολο να βρεθεί κι άλλο βινύλιο του “Katy Lied”… Ασε που θα “τ’ ακούσεις” κι από τον αδελφό σου ξανά… 
-“Dad, let’s listen again to that song you like so much”   -“Which one do you mean, son?”   -“You know, the one that goes “Daddy … ”   -“Later, my boy”   -“No, come on… Let’s listen to it now!  I really like it too!”    -“Later, I said… I have to go through my collection to find the record and…”   -“I know the record, dad! The one with the insect… Look! Here it is… I’ve already found it! Come on, let’s play it”   -“Chris, how many times have I told you not to touch my records?”   -“I know dad, but I really like this song!  Come on, let’s …”                                                                         …
The faint sound that followed my 9 year old son’s words, was one I didn’t like at all. The surprised, admittedly feared look, that I saw in his eyes, as I turned towards him, confirmed my own fear. The old, humidity afflicted record sleeve, wasn’t strong enough anymore and gravity had pulled to the relentless floor the record, which broke, making us both shiver…  The voice of my younger 4 year old son, also broke the silence: “Look what you did, you idiot! That was Steely Dan!…”                                        Yes, that was indeed Steely Dan… My all time favorite band…   The fatally wounded LP “Katy Lied”, bought from a record store in Brooklyn, lay on the floor, amidst many small pieces of black vinyl. A very unpleasant sight indeed.                                                 The relationship that develops between a man  -possibly a woman too, I don’t know-  and his vinyl, is a peculiar one.  It’s as if except for music, the grooves carry the moments of his life too.  I was sad and angry… My first reaction was to yell at my son. But the sight of him there on his knees, holding the empty sleeve in his small, slightly trembling hands, looking so devastated, fortunately prevented me from doing so.  I just said  “Jason watch your mouth” (something I said a lot whenever my youngest was around) added  “Next time listen to me, Chris” and went out in the yard to cool off. The thought of the broken record vanished quickly. Wish I could have said the same about all the other thoughts that stormed my mind soon after the incident. “Why did my son get scared? OK, he had done something naughty but, could it be that he reacted overly scared?  Have I given him reasons to fear me? I want him to respect me, not fear me…  I guess that’s what it was. Respect with a bit of fear… Or was it? Have I been too strict with him? I don’t think so… Then again, am I not supposed to be strict? I think I am… But I don’t want him to fear me. Why couldn’t have Ι  just laughed about the whole thing? It’s just a stupid record.”  Ηumans are “paranoid” creatures.  When we become parents, we are even more paranoid. It is truly amazing how, seemingly insignificant events, can send the mind down whirls of uncertainty and concern. How thoughts are imprinted and “accompany” you forever. Emerging whenever your mental strength and your defense mechanisms are at their weakest, causing you tο lose sleep. And nobody can really help you…  Except perhaps for a good psychotherapist. But in order for him/her to fully understand you and be effective, they have to be a parent too… Which automatically means that they are “paranoid” also… What a vicious circle… “Be fruitful and multiply?” Come on God… As if life isn’t hard enough…
The record incident occurred many years ago… Just yesterday… My son is a 22 year old man now.  I too am older than the man I was… And my thoughts are growing older with me. Probably making me more “paranoid” than ever before.                                   It was my birthday recently. Yesterday, upon returning home from work, my wife placed a package on my desk. “This came from France today. It’s from your oldest son.”  “What is it?” I asked in curiosity. “I have no idea” she replied in a totally unconvincing manner.  I opened the package with great care. In a few, very long seconds, I was holding “Katy Lied” and the weight felt right, for there was a record inside. And this time, it was my hands that were shaking…  There was also this card:
02-03-2015 08;12;29AM
The joy that comes with the realization that someone is thinking of you, is truly great. For when you are in someone’s mind, you are probably in their heart too. The joy is even greater when that someone is your child. When there is thought and remembrance, there’s emotion. Personally, I cannot think of any therapy for human “paranoia” that can be as effective as human emotions. Expressing them, can warm the heart, and offer consolation and reassurance. It is most certain that, sooner or later, feelings will liberate the mind from haunting ghost thoughts that accumulate in the course of a lifetime and will ensure the serenity we all seek.                                                           I guess it was respect after all… And even if there was ever any fear, it seems that it’s all gone now… God, “Be fruitful and multiply” is alright…
Thanks for the gift son! Just be extra careful because this sleeve has been “humidity afflicted” too…  It happened as I was holding it… Quite often, emotions liquefy and overflow, you know…      It might be hard to come across another vinyl cut of “Katy Lied” in the future… Besides, you (we) don’t want your brother foul mouthing you again, now do we?